AIDS AWARENESS PICTURE GALLERY

Κέντρα Ελέγχου και Αναφοράς AIDS

Χρονολογικά Στοιχεία για την Εξέλιξης της Επιδημίας

Λοίμωξη και Νόσος HIV

 

Ηθικές και Νομικές Διαστάσεις

Εμπιστευτικότητα, Ιατρικό Απόρρητο και Νομοθεσία Σχετικά με τη Λοίμωξη και Νόσο HIV

Η λοίμωξη και νόσος HIV έχει, όπως ήταν αναμενόμενο, προκαλέσει μεγάλο προβληματισμό σε θέματα ηθικής αλλά και νομικής φύσης. Θεωρήσαμε σκόπιμο να επεκταθούμε στο θέμα της εμπιστευτικότητας, του ιατρικού απορρήτου και της νομοθεσίας, όπως αυτά διαμορφώνονται στις μέρες μας σε σχέση με τη λοίμωξη και νόσο HIV.

Περιεχόμενο του Ιατρικού Απορρήτου

"Το ιατρικό απόρρητο, ως έμφαση της σχέσης γιατρού και ασθενούς, εμπίπτει στη γενικότερη έννοια της προστασίας της προσωπικότητας ως απόλυτου και συνταγματικά κατοχυρωμένου ατομικού και ανθρώπινου δικαιώματος που προστατεύεται από διεθνείς συμβάσεις" (Παπαζήση, 1995α, σελ. 176).

Το ιατρικό απόρρητο μπορεί να είναι ατομικό ή συλλογικό σε περιπτώσεις όπου δεν εμπλέκεται ένας μόνο γιατρός αλλά περισσότεροι. Η τήρησή του μαζί με την ελεύθερη επιλογή του γιατρού συνιστούν τη βάση της σχέσης γιατρού-ασθενούς που πρέπει να βασίζεται στην εμπιστοσύνη.

Παρ' ότι μετά το Β΄ παγκόσμιο πόλεμο ο κανόνας του ιατρικού απόρρητου χρειάστηκε να εισαχθεί σε όλα τα διεθνή κείμενα τα οποία είχαν σχέση με την υγεία -με τη μορφή του κανόνα της απόλυτης σιωπής- πιο σημαντικές για τη λειτουργία στην πράξη και τη δέσμευση του ιατρικού απορρήτου είναι στην ουσία μόνο οι ρυθμίσεις που προκύπτουν από κανόνες του εσωτερικού δικαίου των κρατών (Παπαζήση, 1995α). Στο ελληνικό δίκαιο, στο άρθρο 8β.σ25/5.6/1995 προβλέπεται ο σεβασμός της τιμής και της προσωπικότητας του νοσηλευόμενου και στα άρθρα 18, 23 διασφαλίζεται νομοθετικά το ιατρικό απόρρητο. Συγκεκριμένα, το άρθρο 18 αναφέρεται στην ιατρική δεοντολογία και θεωρεί υποχρέωση κάθε γιατρού την αυστηρή τήρηση του ιατρικού απορρήτου, ενώ το άρθρο 23 αναφέρεται κυρίως στο περιεχόμενο του ιατρικού απορρήτου (Παπαζήση, 1995α, σελ. 177). Ένα θέμα που πρέπει να διευκρινιστεί είναι τι αποτελεί απόρρητο, μέχρι πότε ισχύει και έναντι ποιών. Απόρρητο πρέπει να θεωρείται οτιδήποτε αντιλήφθηκε ή έμαθε ο γιατρός ακόμη και αν αυτό δεν ανήκει σε όσα του εμπιστεύθηκε ο ασθενής (π.χ. αποτελέσματα εργαστηριακών εξετάσεων).

Στο άρθρο 23β.δ. 1955 έχει ορισθεί ότι ο γιατρός οφείλει να είναι εχέμυθος για ό,τι είδε, άκουσε, έμαθε ή αντιλήφθηκε κατά τη διάρκεια ασκήσεως των καθηκόντων του και το οποίο αποτελεί απόρρητο του ασθενή και των οικείων του. Η ταυτότητα του ασθενούς περιλαμβάνεται επίσης στην έννοια του απορρήτου (Παπαζήση, 1995α).
Στο άρθρο 11, παρ.1 της Σύστασης της Επιτροπής Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης για τις "νομικές υποχρεώσεις των γιατρών απέναντι στους ασθενείς τους" διατυπώνεται η υποχρέωση του γιατρού να τηρεί το απόρρητο έναντι των τρίτων σχετικά με οποιαδήποτε πληροφορία που αφορά στον ασθενή και στην κατάσταση της υγείας του. Τρίτος θεωρείται και ο σύζυγος ή ο ερωτικός σύντροφος στην περίπτωση του AIDS, όχι όμως και ο νόμιμος αντιπρόσωπος, δηλαδή γονέας ανηλίκου ή επίτροπος ανηλίκου (Παπαζήση, 1995α).
Ο γιατρός οφείλει να τηρήσει το απόρρητο ακόμη και μετά το θάνατο του ασθενούς εκτός αν η εθνική νομοθεσία προβλέπει το αντίθετο (Παπαζήση, 1995α).

Παραβίαση του Ιατρικού Απορρήτου

Υπάρχουν περιπτώσεις όπου το ιατρικό απόρρητο παραβιάζεται. Παράδειγμα αποτελεί η επιβολή από το ελληνικό δίκαιο στους γιατρούς να δηλώνουν στις αρμόδιες υγειονομικές υπηρεσίες περιπτώσεις ασθενών με AIDS. Στις περιπτώσεις αυτές συγκρούεται το ιατρικό απόρρητο (ως έκφραση του δικαιώματος της προσωπικότητας) με εκείνο της υγείας. Επειδή η υγεία είναι αγαθό ανώτερο από το ιατρικό απόρρητο, όταν τίθεται δίλημμα της προφύλαξης της δημόσιας υγείας ή της τήρησης του ιατρικού απορρήτου, φαίνεται πως η δημόσια υγεία θεωρείται σημαντικότερη. Υποστηρίζεται έτσι, ότι η αναγραφή του είδους της νόσου στο βιβλιάριο υγείας του ασθενούς δεν αντιστρατεύεται τον κανόνα της εχεμύθειας (Παπαζήση 1995α).

Παράβαση του ιατρικού απορρήτου δεν θεωρείται όταν ανακοινώνεται το ίδιο το περιστατικό χωρίς όμως να αποκαλύπτεται η ταυτότητα του ασθενούς κι αυτό γιατί γίνεται για σκοπούς προώθησης της επιστήμης. Πολλές δημόσιες αρχές ζητούν να έχουν πρόσβαση σε πληροφορίες που αφορούν σε θέματα υγείας. Για παράδειγμα δικαστήρια, φορολογικές αρχές, ταμεία υγειονομικής περίθαλψης, εργοδότες, ασφαλιστικές εταιρίες, ερευνητικά ινστιτούτα (Παπαζήση, 1995α).

Το σύστημα της προστασίας του απορρήτου κινδυνεύει επίσης από την ανάπτυξη της πληροφορικής. Η αυξανόμενη χρήση ηλεκτρονικών υπολογιστών σε όλα τα στάδια της ιατρικής διαδικασίας (εξέταση, διάγνωση κλπ.) και η χρησιμοποίηση προσωπικών στοιχείων (των εργαζομένων) εγκυμονούν κινδύνους για τη διασφάλιση της προσωπικότητας και την κατοχύρωση του ιατρικού απορρήτου. Έχει ορισθεί από τη Σύσταση R(83)2 της Επιτροπής των Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης (18.1.1989) ότι όσα στοιχεία αφορούν στην υγεία και θεωρούνται απόρρητα, δεν πρέπει να καταγράφονται σε ηλεκτρονικούς υπολογιστές, παρά μόνο από προσωπικό που υπόκειται στους κανόνες του ιατρικού απορρήτου (Παπαζήση, 1995α, σελ 178).

Λόγω ασάφειας των ορίων ιατρικού απορρήτου και δημόσιας υγείας, τίθεται το ερώτημα εάν ο γιατρός είναι υποχρεωμένος να διατηρήσει το απόρρητο σε περιπτώσεις ασθενών με AIDS και τι πρέπει να γίνεται σε περιπτώσεις αδιαφορίας αυτών των ασθενών. Επίσης αυτό το ερώτημα δεν ισχύει μόνο σε προσωπικό επίπεδο (ευθύνη γιατρού) αλλά και σε επίπεδο φορέα (νοσοκομείο). Ποια είναι η ευθύνη του νοσοκομείου από τη μετάδοση του ιού σε ασθενείς και σε ποιο βαθμό δεσμεύεται για την τήρηση των απορρήτων στοιχείων;

Φαίνεται πάντως ότι η συνταγματικότητα και η κατοχύρωση της προσωπικότητας με διεθνείς συμβάσεις δεν αποτελεί επαρκή προστασία για τα άτομα με λοίμωξη ή νόσο HIV. Αυτό συμβαίνει επειδή, παρότι το απόρρητο θεωρείται δικαίωμα δημοσίας τάξεως, συγκρούεται με εκείνο της δημόσιας υγείας η οποία υπερέχει και θεωρείται σημαντικότερη.
Η νομοθεσία που υπάρχει μέχρι αυτή τη στιγμή δεν επαρκεί ούτε για την προστασία των φορέων από ενέργειες άλλων εναντίων τους, ούτε για την προστασία τρίτων προσώπων από πράξεις των φορέων (Παπαζήση, 1995α).

Νομικά Θέματα

Στην ελληνική νομοθεσία δεν υπάρχει ειδική νομοθετική ρύθμιση για το AIDS. Εξαίρεση αποτελεί η απόφαση του Υπουργείου Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων Α1/6122/16-7/19.9.1986 που προβλέπει την υποχρεωτική δήλωση κάθε κρούσματος AIDS από το γιατρό που κάνει τη διάγνωση στον προϊστάμενο γιατρό της αρμόδιας διευθύνσεως του Υπουργείου και παράλληλα τη διαφύλαξη του ιατρικού απορρήτου (Παπαζήση, 1995α).

Στις Οικογενειακές Σχέσεις

Σχέσεις Συζύγων

Πολύ συχνά, όταν γίνεται διάγνωση της λοίμωξης HIV σε έναν ή και στους δύο συζύγους, κλονίζεται ο γάμος τους. Μπορεί να τεθεί το ερώτημα λοιπόν, εάν το AIDS μπορεί να θεωρηθεί επαρκής και ικανή αιτία για τη διακοπή της συμβίωσης. Στη νομοθεσία κάποιων κρατών (π.χ. Γερμανία) η ύπαρξη μεταδοτικής ασθένειας του ενός συζύγου δικαιολογεί την ακύρωση του γάμου. Στην ελληνική νομοθεσία όμως, κάτι τέτοιο δεν είναι δυνατό επειδή ο γάμος μπορεί να ακυρωθεί μόνο εξαιτίας πλάνης ή απειλής. Σύμφωνα με το ελληνικό δίκαιο, ως πλάνη θεωρείται αυτή που αφορά στην ταυτότητα του προσώπου, ενώ δεν περιλαμβάνεται η περίπτωση μεταδοτικής ασθένειας -όπως το AIDS- η οποία θεωρείται ιδιότητα του προσώπου και όχι στοιχείο της προσωπικότητάς του (Παπαζήση, 1995β). "Στην πρακτική των ελληνικών δικαστηρίων δεν υπάρχουν αποφάσεις που να αναφέρεται ως εύλογη αιτία της διάστασης ή ως λόγος διαζυγίου η ύπαρξη της οροθετικότητας του άλλου συζύγου, λόγω της δυνατότητας να λυθεί ο γάμος και χωρίς να αναφερθούν οι λόγοι" (Παπαζήση, 1995β, σελ. 181).

Σχέσεις Παιδιών-Γονέων

Στο ελληνικό δίκαιο οι κανόνες που διέπουν την ανάθεση της γονικής μέριμνας και την άσκηση του δικαιώματος επικοινωνίας με το τέκνο σχετίζονται με το συμφέρον του τέκνου και με τους δεσμούς που έχει αναπτύξει με τα άλλα μέλη της οικογένειας και το περιβάλλον. Αντίθετα, σε περιπτώσεις υιοθεσίας, η προσβολή κάποιου από τους υποψήφιους θετούς γονείς από HIV μπορεί να μην είναι ιδιαίτερα σημαντική σε περίπτωση που ο υιοθετημένος είναι ενήλικας. Ωστόσο, αποτελεί πρόβλημα στην υιοθεσία ανηλίκου, κυρίως επειδή στο δικαστήριο θεωρείται ότι μια τέτοια υιοθεσία είναι αντίθετη προς το συμφέρον του παιδιού (Παπαζήση, 1995β).

Ως προς τους υιοθετούμενους, η οροθετικότητα δεν είναι πάντα αδιάφορη. Σε κάποιες νομοθεσίες υπάρχουν ήδη διατάξεις που επιβάλλουν τη διενέργεια τεστ πριν την υιοθεσία αλλοδαπών και ειδικά από την Ασία και τη Λατινική Αμερική (Παπαζήση, 1995β).

Στο Χώρο της Εργασίας

Είδαμε παραπάνω τις επιπτώσεις της λοίμωξης και νόσου HIV στο χώρο εργασίας. Καθώς οι επιπτώσεις αυτές χαρακτηρίζονται τόσο από πολυπλοκότητα, όσο και από σοβαρότητα ήταν αναμενόμενο ότι υπήρχε η ανάγκη διατύπωσης κάποιων αρχών και κανονισμών σχετικών με το πολυπαραγοντικό αυτό θέμα οι οποίες θα ίσχυαν στο χώρο της εργασίας.
Σε αποσπάσματα από την ομόφωνη διακήρυξη του WHO (World Health Organization /Παγκόσμια Οργάνωση Υγείας) και του ILO (International Labor Office/ Διεθνές Γραφείο Εργασίας), στις 29 Ιουνίου 1988, που συναντήσαμε στο φυλλάδιο του ΚΕΕΛ (Κέντρο Ελέγχου Ειδικών Λοιμώξεων), "Κώδικας Αρχών στους Χώρους Εργασίας", εκφράζεται η άποψη ότι η ανησυχία για τη διασπορά του ιού αποτελεί ευκαιρία για την επανεξέταση του εργασιακού περιβάλλοντος. Το γεγονός αυτό παρέχει την ευκαιρία στους εργαζομένους, στους πολίτες και, όπου αρμόζει, σε κυβερνητικές υπηρεσίες και άλλους οργανισμούς να δημιουργήσουν ατμόσφαιρα κατάλληλη για φροντίδα και προαγωγή της υγείας όλων των εργαζομένων. Παρέχει, επίσης την ευκαιρία για επανεξέταση των εργασιακών σχέσεων με τρόπο που να προάγει τα ανθρώπινα δικαιώματα και την αξιοπρέπεια για να αποφεύγεται η κοινωνική διάκριση και ο στιγματισμός και παράλληλα να βελτιώνονται οι εργασιακές μέθοδοι και τακτικές.

Στο ίδιο έντυπο συναντήσαμε τις παρακάτω αρχές, οι οποίες, αναφέρεται ότι είναι σύμφωνες με τις οδηγίες του WHO και κατοχυρώνονται από το Σύνταγμα της Ελλάδας, από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, από την Οικουμενική Διακήρυξη των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και από το Διεθνές Σύμφωνο για τα Οικονομικά, Κοινωνικά και Πολιτιστικά δικαιώματα.
Αμέσως παρακάτω παρουσιάζονται περιληπτικά οι αρχές αυτές ανάλογα με το συγκεκριμένο θέμα στο οποίο αφορούν.

1. Γενικά. Οι φορείς του HIV είναι σε θέση και πρέπει να συνεχίσουν την εργασία τους. Όταν κάποιος εργαζόμενος εκδηλώσει τη νόσο HIV, θα πρέπει να αντιμετωπίζεται όπως όλοι όσοι πάσχουν από δυνητικά ανίατες ασθένειες.
2. Πρόσληψη. Για την πρόσληψη ενός εργαζομένου δεν απαιτείται έλεγχος για τον HIV.
3. Ενημέρωση του εργοδότη. Δεν είναι απαραίτητο κάποιος που είναι φορέας του HIV να ενημερώσει τον εργοδότη του, αλλά ούτε και το υπόλοιπο εργασιακό περιβάλλον του.
4. Εμπιστευτικότητα. Η εμπιστευτικότητα και η εχεμύθεια αφορούν σε όλες τις ιατρικές πληροφορίες.
5. Προστασία του εργαζομένου. Οι εργαζόμενοι που έχουν μολυνθεί από τον HIV, πρέπει να προστατεύονται από το στιγματισμό, την απομόνωση και οποιαδήποτε κοινωνική διάκριση από τους εργοδότες, τους συναδέλφους τους, τα σωματεία και οποιοδήποτε τρίτο πρόσωπο.
6. Πρόσβαση στις υπηρεσίες. Οι εργαζόμενοι και οι οικογένειές τους θα πρέπει να έχουν πρόσβαση σε ενημερωτικά και εκπαιδευτικά προγράμματα που σχετίζονται το AIDS, σε συμβουλευτικούς σταθμούς και σε κέντρα αναφοράς.
7. Οφέλη. Ως προς τα επιδόματα, τις αναρρωτικές άδειες κλπ, ισχύουν για τους οροθετικούς στον HIV, όσα περιγράφονται στην ασφαλιστική και εργατική νομοθεσία.
8. Λογικές αλλαγές στις συνθήκες εργασίας. Για τους εργαζόμενους που έχουν προσβληθεί από τον HIV, θα πρέπει να γίνονται αλλαγές στις θέσεις εργασίας τους, εάν η ικανότητά τους για εργασία μειωθεί.
9. Συνέχιση της εργασιακής απασχόλησης. Η προσβολή από τον HIV δεν αποτελεί αιτία απόλυσης.
10. Πρώτες βοήθειες. Σε περιπτώσεις όπου απαιτείται η παροχή πρώτων βοηθειών, πρέπει να λαμβάνονται οι απαραίτητες προφυλάξεις για την αποφυγή μετάδοσης λοιμώξεων.

Το 1995 εκπονήθηκε στη χώρα μας από το ΚΕΕΛ, ο κώδικας "Θεμελιώδεις Αρχές για την Προστασία Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Ατομικών Ελευθεριών σε Σχέση με το AIDS" που περιλαμβάνει 150 άρθρα. Τα άρθρα 64 έως 71 αναφέρονται στη εργασία και είναι τα εξής:

§64. Δεν επιτρέπεται η εξέταση για ανίχνευση αντισωμάτων του HIV, ως προϋπόθεση πρόσληψης.
§65. Δεν επιτρέπονται ερωτήσεις που αφορούν στις σεξουαλικές προτιμήσεις του υποψηφίου προς πρόληψη.
§66. Δεν είναι υποχρεωτικό για οροθετικό να δηλώσει την κατάσταση της υγείας του στον εργοδότη.
§67. Η αποκάλυψη μετά την πρόσληψη ότι ο εργαζόμενος είναι οροθετικός, δεν θα πρέπει να έχει καμία δυσμενή συνέπεια.
§68. Δεν επιτρέπεται η απόλυση ή δυσμενής αλλαγή των εργασιακών σχέσεων εργαζομένου, όπως μετάθεση, υποβιβασμός κλπ εξ αιτίας και μόνο του γεγονότος ότι είναι οροθετικός.
§69. Σε περιπτώσεις ασθενών με AIDS εφαρμόζεται η εκάστοτε ισχύουσα νομοθεσία που αφορά στις ασθένειες εργαζομένων.
§70. Εργαζόμενοι με οποιαδήποτε ασθένεια, θα πρέπει να αντιμετωπίζονται με κατανόηση και να τους επιτρέπεται να εργάζονται ανάλογα με τις δυνατότητές τους.
§71. Ο εργοδότης (ή όποιος έχει διευθυντική θέση ή ασκεί με οποιοδήποτε τρόπο διοικητική εξουσία) που γνωρίζει ότι εργαζόμενος είναι οροθετικός ή ασθενής με AIDS, είναι υποχρεωμένος να τηρεί εχεμύθεια.