AIDS AWARENESS PICTURE GALLERY

Κέντρα Ελέγχου και Αναφοράς AIDS

Χρονολογικά Στοιχεία για την Εξέλιξης της Επιδημίας

Συμβουλευτική για Λοίμωξη και Νόσο HIV

 

Η Συμβουλευτική Παρέμβαση Αναλυτικά

Θεωρητικό Υπόβαθρο

Το θεωρητικό υπόβαθρο της Συμβουλευτικής στην περίπτωση της λοίμωξης και νόσου HIV, εξαιτίας της ίδιας της φύσης του συγκεκριμένου αντικειμένου έχει δύο όψεις: η μία σχετίζεται με με τις διαστάσεις της λοίμωξης και της νόσου HIV, ενώ η άλλη με τη Συμβουλευτική.

Υπόβαθρο Σχετικό με τη Λοίμωξη και Νόσο HIV

Ανεξάρτητα από το θεωρητικό υπόβαθρο που κατέχει, ο Σύμβουλος είναι πολύ βασικό να έχει επιστημονική κατάρτιση σε θέματα που αφορούν στη λοίμωξη και νόσο HIV γενικότερα.

Υπόβαθρο Σχετικό με τη Συμβουλευτική

Οι κύριες θεωρίες της Συμβουλευτικής ταξινομούνται γενικώς ως εξής: θεωρίες με ψυχαναλυτικό προσανατολισμό, θεωρίες με ανθρωπιστικό-υπαρξιστικό προσανατολισμό, θεωρίες με γνωστικό προσανατολισμό και θεωρίες με κύριο προσανατολισμό τη "θεωρία της μάθησης" (Δημητρόπουλος, 1999). Η παρουσίαση των θεωριών αυτών είναι έξω από το πλαίσιο αυτής της εργασίας. Εκείνο που μας ενδιαφέρει κυρίως είναι το γεγονός ότι όλες οι θεωρίες είναι προσανατολισμένες στην προσφορά βοήθειας στο άτομο. Η άποψή μας είναι ότι η εποπτεία των θεωριών είναι απαραίτητη προκειμένου ο Σύμβουλος να έχει την ευελιξία να προσαρμόζει την πρακτική του προσέγγιση ανάλογα με τις συνθήκες της ζωής και τις ανάγκες του ατόμου και ανάλογα με το εύρος των δυνατοτήτων και φυσικά των περιορισμών που υπάρχουν στην πραγματικότητα στο πλαίσιο του φορέα όπου απασχολείται. Δεν πιστεύουμε στην ύπαρξη μίας και μόνης ταιριαστής θεωρίας κατάλληλης για την περίπτωση της Συμβουλευτικής για τη λοίμωξη και νόσο HIV . Όλες οι θεωρίες μπορούν να προσφέρουν τόσο ως προς το θεωρητικό υπόβαθρο, όσο και ως προς τις μεθόδους και τεχνικές που εκπορεύονται από αυτές.

Οι θεωρητικές προσεγγίσεις εκείνες που θεωρήσαμε απαραίτητο να παρουσιάσουμε επιλέχθηκαν με κριτήριο την εμφάνισή τους στη σχετική βιβλιογραφία, αλλά και την εισαγωγή της νέας αντίληψης που προτείνουν για την αντιμετώπιση των προβλημάτων. Η αντίληψη της σχετικότητας των προσεγγίσεων ως προς την πραγματικότητα είναι πιστεύουμε και η πλέον ρεαλιστική. Οι θεωρητικές προσεγγίσεις που θα παρουσιάσουμε έχουν πολλά κοινά σημεία, πράγμα το οποίο έχει ως αιτία τα κοινά στοιχεία στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνονται τόσο το άτομο όσο και το πρόβλημα αλλά και τη συμβουλευτική σχέση.

Η Δυναμική Εκλεκτική Εξελικτική Συμβουλευτική

Η Δυναμική Εκλεκτική Εξελικτική Συμβουλευτική όπως προτείνεται από το Δημητρόπουλο (1999), δεν βασίζεται σε κάποια πρωτογενή θεωρία, αλλά στο συγκερασμό αντιμετώπισης και θεώρησης. Εκπορεύεται από την πεποίθηση ότι "ενώ καμία θεωρία και καμία προσέγγιση Συμβουλευτικής δεν είναι δυνατό να έχει επιτυχή εφαρμογή σε όλες τις περιπτώσεις, υπάρχει για την κάθε ξεχωριστή περίπτωση είτε κάποια θεωρία είτε συνδυασμός στοιχείων θεωριών, που επαρκέστερα και αποτελεσματικότερα θα βοηθήσουν στη λύση εκείνου του προβλήματος" (Δημητρόπουλος, 1999, σελ. 107). Αποτελεί δε, μια προσπάθεια έκφρασης της εκλεκτικής τοποθέτησης την οποία υιοθετεί ο Δημητρόπουλος και η οποία οδηγεί σε μια συνθετική προσέγγιση της θεωρίας Συμβουλευτικής. Προκειμένου να ερμηνευθεί ένα φαινόμενο ή να αντιμετωπισθεί ένα πρόβλημα, ένας συνδυασμός των θεωριών προσφέρει ικανοποιητικότερες ερμηνείες και αποτελεσματικότερες λύσεις ανεξάρτητα από το βαθμό συμφωνίας ή ασυμφωνίας των θεωριών μεταξύ τους. Παράλληλα, η Συμβουλευτική αυτή είναι δυναμική και εξελικτική, πράγμα που σημαίνει ότι προϋποθέτει καταστάσεις παρέμβασης που έχουν κάποια φυσική συνέχεια.

Η Δυναμική Εκλεκτική Εξελικτική Συμβουλευτική δεν αναφέρεται ειδικά στο θέμα της λοίμωξης και νόσου HIV. Το πνεύμα όμως που τη διακρίνει, διαπερνά στις προτάσεις που αναφέρονται στην ενότητα Συμβουλευτική σχετικά με την εξέταση για την ανίχνευση του HIV.

Η Συστημική Συμβουλευτική

Η Συστημική Συμβουλευτική είναι εκείνη που συναντούμε στη βιβλιογραφία ως καταλληλότερη για την αντιμετώπιση θεμάτων όπως είναι η λοίμωξη και νόσος HIV. Η συστημική προσέγγιση, γενικότερα μελετά την αμοιβαιότητα των σχέσεων. Σύμφωνα με αυτή, αν κάτι συμβαίνει σε ένα μέλος της οικογένειας επηρεάζει την υπόλοιπη οικογένεια της οποίας η αντίδραση αντίστοιχα θα επηρεάσει τη συμπεριφορά του ατόμου. Αυτό σημαίνει ότι μια συμπεριφορά δεν μπορεί να μελετηθεί απομονωμένη, χωρίς να ληφθεί σοβαρά υπόψη η γενικότερη κατάσταση μέσα στην οποία λαμβάνει χώρα (Miller & Bor, 1991).

Η συστημική προσέγγιση μπορεί να αφορά στο οροθετικό άτομο με τη μορφή της ατομικής συστημικής προσέγγισης ή και στην οικογένειά του, αν υπάρξει αντίστοιχο αίτημα, με τη μορφή της οικογενειακής παρέμβασης.

Η έμμεση συμβουλευτική παρέμβαση στην οικογένεια μπορεί να πραγματοποιηθεί με τη χρησιμοποίηση έμμεσων ερωτήσεων -που σχετίζονται με αυτό το θέμα- στο οροθετικό άτομο. Με αυτό τον τρόπο ο Σύμβουλος έχει τη δυνατότητα να συγκεντρώσει πληροφορίες για τις σχέσεις και τις αλληλεπιδράσεις των οροθετικών ατόμων, αλλά και να βοηθήσει τα άτομα αυτά:
α. Να "δουν" το πρόβλημα από μια διαφορετική οπτική γωνία,
β. Να βρουν νέες στρατηγικές αντιμετώπισης και λύσης των προβλημάτων τους,
γ. Να ξεκαθαρίσουν τις σχέσεις τους με τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειάς τους, ώστε να μην υπάρχουν "εκκρεμείς" υποθέσεις,
δ. Να προσαρμοστούν, τόσο αυτά, όσο και οι οικείοι τους, στη νέα πραγματικότητα (Γκόμα, 1995).

Από την αρχή της παρέμβασης ο Σύμβουλος πρέπει να διατυπώσει κάποιες υποθέσεις οι οποίες θα τον βοηθήσουν να εστιάσει σε συγκεκριμένα σημεία και να διευθετήσει σημαντικά θέματα. Οι υποθέσεις μπορεί να αλλάζουν με την προσθήκη νέων πληροφοριών και να αναθεωρούνται.

Προκειμένου να επιτευχθεί αυτό, ο Σύμβουλος χρησιμοποιεί ερωτήσεις με σκοπό να συλλέξει όσο το δυνατόν περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τις αλληλεπιδράσεις, συμπεριφορές, σχέσεις και πεποιθήσεις του ατόμου. Οι πληροφορίες αυτές συνδέουν όχι μόνο τα άτομα μεταξύ τους, αλλά και ιδέες ή συναισθήματα τα οποία δεν είχαν εκφραστεί ανοικτά.

Παρακάτω παρουσιάζονται κάποιοι από τους τύπους ερωτήσεων που χρησιμοποιούνται στην ατομική συστημική προσέγγιση προκειμένου να βοηθήσουν το Σύμβουλο στη διατύπωση των υποθέσεών του (Miller & Bor, 1991).

Γραμμική:
- Πως νοιώθεις;

Εστιασμένη στις διαπροσωπικές σχέσεις:
- Ποιος ανησυχεί περισσότερο με το γεγονός ότι αρρωσταίνεις: η μητέρα σου ή ο πατέρας σου;
- Πως το δείχνουν;
- Με ποιο τρόπο αντιδράς απέναντί τους;

Εστιασμένη στη διαφορά:
- Σου προκαλεί περισσότερο ή λιγότερο άγχος το να έχεις τα αποτελέσματα των Τ4 κυττάρων σου κάθε μήνα;

Κυκλική:
- Πως φαντάζεσαι ότι θα μπορούσε να επηρεαστεί η σχέση σου με το σύντροφό σου εάν γνώριζε ότι επισκέπτεσαι το κέντρο ειδικών λοιμώξεων του νοσοκομείου;
- Εάν τον ρωτούσες, ποια πιστεύεις ότι θα ήταν η άποψή του;

Υποθετική/ με προοπτική στο μέλλον:
- Εάν έπρεπε να εισαχθείς στο νοσοκομείο χωρίς να έχεις ενημερώσει νωρίτερα τον/ την σύντροφό σου σχετικά με την οροθετικότητά σου, ποιες μπορεί να είναι οι επιπτώσεις στις σχέσεις σας;
- Ποιες δυσκολίες μπορεί να προκύψουν για εκείνον και εσένα;

Σύμφωνα με τη Γκόμα (1995), οι υποθετικές και οι κυκλικές ερωτήσεις είναι ιδιαίτερα χρήσιμες όταν πρέπει να διερευνηθούν δύσκολες καταστάσεις που αφορούν το οροθετικό άτομο και την οικογένειά του.
Τα αποτελέσματα μετά από μακρόχρονη χρήση αυτού του τύπου ερωτήσεων είναι τα ακόλουθα:
α. Οι ασθενείς και οι οικογένειές τους προσεγγίζουν την κατάσταση με διαφορετικό τρόπο γεγονός που τους βοηθάει να βρουν νέους τρόπους επικοινωνίας και αντιμετώπισης των προβλημάτων τους.
β. Φόβοι σχετικά με τις σωματικές, νοητικές και κοινωνικές απώλειες που θα αντιμετωπίσει το οροθετικό άτομο στο τελικό στάδιο της νόσου, προσεγγίζονται με έναν τρόπο που ενθαρρύνει τον ασθενή να συζητήσει γι' αυτούς τους φόβους του (Γκόμα, 1995, σελ 170).

Κάποια από τα πιο συνηθισμένα προβλήματα που αντιμετωπίζει ο Σύμβουλος στην προσπάθειά του να παρέχει συμβουλευτική στήριξη σ' όλη την οικογένεια είναι:
α. Η άρνηση των οροθετικών ατόμων να γνωστοποιήσουν την οροθετικότητά τους στην οικογένεια τους,
β. Η άρνηση της οικογένειας να αποδεχθεί το γεγονός της μόλυνσης και να προσαρμοστεί στη νέα κατάσταση,
γ. Η ανάγκη να κρατήσουν κρυφή τη μόλυνση του ατόμου στο ευρύ κοινωνικό περιβάλλον,
δ. Η άγνοια της επιστημονικότητας του ρόλου του Συμβούλου (Γκόμα, 1995).

Επιπλέον, έχει διαπιστωθεί ότι το μεγαλύτερο ποσοστό των οροθετικών ατόμων αποφεύγουν να γνωστοποιήσουν την οροθετικότητά τους στο στενό οικογενειακό τους περιβάλλον (Γκόμα, 1995).
Όπως κάθε προσέγγιση, έτσι και η συστημική υπόκειται σε ορισμένους περιορισμούς που προκύπτουν κυρίως από πρακτικά θέματα. Μερικά από τα πρακτικά προβλήματα της συστημικής προσέγγισης είναι ότι μόνο ένας μικρός αριθμός οικογενειών ζητάει συμβουλευτική στήριξη. Ακόμη, σπανίως προκύπτουν συγκεκριμένα αιτήματα από κάποιο οροθετικό άτομο για ψυχολογική στήριξη τα οποία μπορεί να οδηγήσουν σε ολοκληρωμένη συμβουλευτική παρέμβαση.

Η "Θετική" Συμβουλευτική για HIV

Ένα νέο παράδειγμα Συμβουλευτικής ειδικά για άτομα οροθετικά στον HIV εισάγει ο συγγραφέας Craig T. Kain. Πρόκειται για τη Θετική Συμβουλευτική για HIV όπως επιλέξαμε να μεταφράσουμε την έκφραση HIV Affirmative Counseling. Σύμφωνα με το συγγραφέα η λέξη "θετικός", που ανέκαθεν είχε μία θετική διάσταση, έχει λάβει στην εποχή μας μια νέα διάσταση όταν αναφέρεται στα αποτελέσματα της εξέτασης για ανίχνευση HIV. Το να είναι κάποιος "θετικός" σήμαινε πάντα μεταξύ άλλων και το να έχει ελπίδα. Στην περίπτωση όμως της λοίμωξης HIV, η ελπίδα είναι πολύ δύσκολο να διατηρηθεί, ενώ ταυτόχρονα η ανάγκη διατήρησής της είναι ζωτικής σημασίας για το άτομο. Αυτό το δυσνόητο παράδοξο, πιστεύει ο συγγραφέας ότι καλούνται οι Σύμβουλοι να κατανοήσουν (Kain, 1998α).

Ο Σύμβουλος που αναλάμβανε την περίπτωση κάποιου ατόμου "θετικού στον HIV" στη δεκαετία του 1980 είχε δύο κύρια καθήκοντα: να βοηθήσει το άτομο να αντιμετωπίσει το σοκ μιας τέτοιας αποκάλυψης και να το προετοιμάσει για τον επικείμενο θάνατό του. Στη διάρκεια της δεκαετίας του 1990, η επιστημονική πρόοδος που συντελέσθηκε είχε σαν αποτέλεσμα η λοίμωξη HIV να είναι ένα ακόμα χρόνιο νόσημα το οποίο μπορεί μεν να είναι ανίατο ακόμη, αλλά επιτρέπει στο άτομο να ζήσει πολύ περισσότερα χρόνια στη διάρκεια των οποίων μπορεί να είναι δημιουργικό όπως και πριν. Ο Σύμβουλος δεν μπορεί να εστιάζει πλέον στον τρόπο με τον οποίο το άτομο αντιμετωπίζει τα θέματα που αφορούν την οροθετικότητά του σε επίπεδο σωματικής υγείας. Πρέπει να διαθέτει αντίληψη της πολυπλοκότητας που παρουσιάζει η ζωή με HIV καθώς και ευρεία οπτική των τομέων εκείνων της ζωής που επηρεάζονται από το γεγονός της οροθετικότητας.

Η "Θετική" Συμβουλευτική για HIV έχει τα παρακάτω χαρακτηριστικά:
α. Δεν στηρίζεται σε κάποια θεωρία. Οι στρατηγικές της στηρίζονται στη βασική ανάγκη των ατόμων με λοίμωξη HIV να τύχουν κατανόησης. Οι στρατηγικές αυτές γίνονται πιο αποτελεσματικές όταν ο Σύμβουλος επιτρέπει στον εαυτό του να υπερβεί τους περιορισμούς που επιβάλει το θεωρητικό υπόβαθρο το οποίο διαθέτει και προσεγγίζει τα προβλήματα των πελατών του με ανοιχτό μυαλό αλλά και ανοιχτή καρδιά (Kain, 1998α).
β. Είναι Εξελικτική. Οι στρατηγικές της αντανακλούν τις αλλαγές που προκύπτουν από τη διαρκή πρόοδο στον τομέα της θεραπείας. Επίσης, η "Θετική" Συμβουλευτική διακρίνει την ύπαρξη σταδίων στην εξέλιξη της ασθένειας και εστιάζει σε διαφορετικά θέματα όταν το άτομο έχει μολυνθεί αλλά παραμένει ασυμπτωματικό απ' ότι όταν έχει αρχίσει να εμφανίζει ευκαιριακές λοιμώξεις ή όταν πρέπει να προετοιμασθεί για το θάνατό του (Kain, 1998α).
γ. Είναι ευαίσθητη σε θέματα που αφορούν το σεξουαλικό προσανατολισμό του ατόμου, το φύλο, την εθνικότητα, την κουλτούρα, την κοινωνική τάξη και την ηλικία. Όλες αυτές οι παράμετροι ορίζουν την ταυτότητα του ατόμου την οποία ο Σύμβουλος οφείλει να σέβεται προκειμένου να είναι πάντοτε ευαίσθητος απέναντι στους φόβους, τα όνειρα και τις ελπίδες των πελατών του (Kain, 1998α).
δ. Δεν είναι ανεξάρτητη από τις κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες. Ο συγγραφέας πιστεύει ότι δεν μπορούμε να προσπαθούμε να εμφυσήσουμε στο οροθετικό στον HIV άτομο την ελπίδα, χωρίς παράλληλα να εργαζόμαστε, για παράδειγμα, για την παροχή περισσοτέρων πόρων στην έρευνα για το AIDS. Έχοντας το πλεονέκτημα της εκπαίδευσης, της γνώσης και της εμπειρίας τους, οι Σύμβουλοι μπορούν να εκπροσωπήσουν δυναμικά ακόμα και τα άτομα που δεν κατέχουν μια τόσο σημαντική κοινωνική θέση όσο οι ίδιοι στον αγώνα για Υπηρεσίες, Προγράμματα Πρόληψης και Έρευνας σε τοπικό, ακόμα και σε εθνικό επίπεδο (Kain, 1998α).
ε. Έχει προσέγγιση διπλής εστίασης, δηλαδή είναι σε θέση να διακρίνει ανάμεσα στα θέματα εκείνα που προκύπτουν για τον ενδιαφερόμενο από το γεγονός της οροθετικότητάς του και στα θέματα εκείνα τα οποία προκύπτουν από την προσωπικότητά του όπως αυτή είχε διαμορφωθεί πριν. Ένας αλκοολικός δεν παύει να είναι αλκοολικός επειδή βρέθηκε οροθετικός στον HIV και το πρόβλημά του αυτό δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να αγνοηθεί (Kain, 1998α).
στ. Είναι συστημική. Η πρόοδος της ασθένειας δεν επηρεάζει μόνο το άτομο αλλά και το σύντροφό του, την οικογένειά του και τους φίλους του. Ένας βασικός στόχος της "Θετικής" Συμβουλευτικής είναι η ενεργοποίηση του υποστηρικτικού δικτύου που διαθέτει ο ασθενής. Παράλληλα, τα άτομα που απαρτίζουν αυτό το δίκτυο πολλές φορές χρειάζονται και τα ίδια Συμβουλευτική (Kain, 1998β).
ζ. Είναι ευαίσθητη στο θέμα της σεξουαλικής ζωής του ατόμου. Θα ήταν μεγάλο σφάλμα ο Σύμβουλος, να θεωρήσει, όπως ο περισσότερος κόσμος, ότι η σεξουαλική ζωή ενός ανθρώπου τερματίζεται όταν είναι οροθετικό στον HIV. Η ερωτική πράξη τροφοδοτεί τον άνθρωπο με τεράστια αποθέματα ενέργειας και τα άτομα πρέπει να ενθαρρύνονται να έχουν δραστήρια σεξουαλική ζωή λαμβάνοντας πάντα τις απαραίτητες προφυλάξεις (Kain, 1998β).
η. Είναι "σχεσιο-κεντρική". Η συμβουλευτική σχέση μπορεί να λειτουργήσει ως αντίδοτο στην κοινωνική, συναισθηματική και πνευματική απομόνωση των ανθρώπων που βιώνουν τη λοίμωξη HIV. Ο Σύμβουλος πρέπει να είναι πολύ προσεκτικός ώστε να μην τραυματίσει τον ασθενή όπως άλλα άτομα του περιβάλλοντός του είναι πιθανό να το έχουν κάνει. Η συντήρηση μιας καλής συμβουλευτικής σχέσης πρέπει να είναι πρωταρχικός στόχος του Συμβούλου, δεδομένου μάλιστα ότι είναι πιθανό να είναι η μόνη σχέση από την οποία μπορεί ο ασθενής να αντλεί υποστήριξη και αποδοχή (Kain, 1998β).
θ. Είναι ρεαλιστική. Οι στόχοι της "Θετικής" Συμβουλευτικής αντανακλούν την πραγματικότητα τόσο των καταστάσεων που το άτομο έχει ζήσει στο παρελθόν όσο και αυτών που ζει τη συγκεκριμένη στιγμή (Kain, 1998β).
ι. Είναι ανεκτική στο άγχος. Βοηθά τους πελάτες να κατανοήσουν ότι ενώ μπορούν να μειώσουν κάποιες πηγές άγχους, δεν μπορούν να μειώσουν κάποιες άλλες τις οποίες πρέπει να μάθουν να ανέχονται πιο εύκολα (Kain, 1998β).
ια. Εστιάζει στην ποιότητα και όχι στη διάρκεια της ζωής. Οι περισσότεροι ασθενείς δεν χρειάζονται τη βοήθεια του Συμβούλου για να βρουν τρόπους να ζήσουν περισσότερο. Η ποιότητα ζωής είναι ένα θέμα το οποίο κάποιοι από τους ασθενείς δεν είχαν σκεφθεί ούτε πριν την προσβολή τους από HIV. Εδώ ακριβώς έρχεται να βοηθήσει ο Σύμβουλος (Kain, 1998γ).
ιβ. Εστιάζει στη θεραπεία, όχι στην ίαση. Ενώ η ίαση αναφέρεται στο σώμα, η θεραπεία που μπορεί να παρέχει ο Σύμβουλος αναφέρεται στο πνεύμα. Η ανάγκη για θεραπεία υπάρχει ακόμα και όταν ο ασθενής είναι λίγο πριν το θάνατο (Kain, 1998γ).
ιγ. Σέβεται την επιλογή του ατόμου να ζήσει ή να πεθάνει. Ανεξάρτητα από τις ηθικές και νομικές διαστάσεις του ζητήματος ο Σύμβουλος πρέπει να είναι σε θέση να κατανοεί τόσο τους λόγους που οδηγούν ένα άτομο στην επιθυμία να τερματίσει τη ζωή του με αξιοπρέπεια όσο και τους λόγους που το δυναμώνουν ώστε να αντέξει να βιώσει όλα τα στάδια μέχρι το θάνατο (Kain, 1998γ).
ιδ. Έχει πνευματική διάσταση. Η άσκηση της Συμβουλευτικής για HIV αποτελεί μια προσπάθεια πνευματική. Τα θρησκευτικά και πνευματικά πιστεύω του Συμβούλου ή η απουσία αυτών δεν πρέπει να τον εμποδίζουν να κατανοήσει τις πνευματικές ανάγκες του ατόμου (Kain, 1998γ).
ιε. Είναι προσανατολισμένη στην ανάγκη να είναι ο Σύμβουλος παράγοντας θεραπείας, όχι να φέρεται σαν παράγοντας θεραπείας. Οι στρατηγικές της ενθαρρύνουν τη γνήσια συνάντηση του Συμβούλου με το Συμβουλευόμενο (Kain, 1998γ).