AIDS AWARENESS PICTURE GALLERY

Κέντρα Ελέγχου και Αναφοράς AIDS

Χρονολογικά Στοιχεία για την Εξέλιξης της Επιδημίας

Συμβουλευτική για Λοίμωξη και Νόσο HIV

 

Η Συμβουλευτική Παρέμβαση Αναλυτικά

Μέθοδοι

Άλλες Μέθοδοι

Μετά την επιλογή της θεωρίας και της προσέγγισης (ή του συνδυασμού των προσεγγίσεων) που υιοθετούνται για την πρακτική κατά την άσκηση της Συμβουλευτικής, ακολουθεί η επιλογή της μεθόδου εργασίας. Οι κύριες μέθοδοι συμβουλευτικής παρέμβασης είναι: η Ατομική Συμβουλευτική Συνέντευξη, η Ομαδική Συμβουλευτική, η Μαζική Παρέμβαση, η Βιωματική Εργαστηριακή Παρέμβαση, η Περιβαλλοντική Παρέμβαση, η Εκπαίδευση-Διδασκαλία, η Κοινωνική Συμβουλευτική, η Αλληλοσυμβουλευτική, η Συμβούλευση ή Συμβουλευτική Συνεργασία, η Τεχνικά Υποβοηθούμενη Συμβουλευτική και φυσικά συνδυασμοί των παραπάνω (Δημητρόπουλος, 1999).

Στην παρούσα εργασία, επιλέξαμε να ασχοληθούμε κυρίως με την ατομική συμβουλευτική συνέντευξη καθότι πρόκειται για τη μέθοδο εκείνη που αξιοποιείται σχεδόν πάντοτε στην περίπτωση της Συμβουλευτικής που σχετίζεται με την εξέταση για την ανίχνευση του HIV. Στη συνέχεια, παρουσιάζουμε τη μέθοδο αυτή ξεκινώντας από τη διατύπωση των στόχων της. Κατόπιν, αναφερόμαστε στους τρόπους με τους οποίους αυτοί οι στόχοι μπορούν να επιτευχθούν. Ακολουθεί η εξέταση των θεμάτων που αφορούν στους τύπους συμβουλευτικής παρέμβασης που προτείνονται σε σχέση με τη λοίμωξη και νόσο HIV. Τέλος, περιγράφουμε τα γενικά στάδια της συμβουλευτική σχέσης καθώς και το ρόλο του Συμβούλου. Φυσικά, στο πλαίσιο αυτής της εργασίας, αναφερόμαστε κάποτε και σε άλλες μεθόδους παρέμβασης, ειδικά όταν αναφερόμαστε στην πρόληψη της λοίμωξης HIV.

Η Ατομική Συμβουλευτική Συνέντευξη που Σχετίζεται με τη Λοίμωξη και Νόσο HIV

Στόχοι της Συμβουλευτικής Συνέντευξης στην Περίπτωση της Λοίμωξης και Νόσου HIV

Κάθε συμβουλευτική συνέντευξη, σύμφωνα με τους Miller & Bor (1991), θα πρέπει να παρέχει στο Σύμβουλο τις παρακάτω δυνατότητες:
α. Να μιλήσει στον ενδιαφερόμενο.
β. Να ακούσει αυτά που λεει ο Συμβουλευόμενος και να κρατήσει σημειώσεις (ακόμα και για πράγματα που δεν ειπώθηκαν).
γ. Να εντοπίσει τα θέματα που απασχολούν τον ενδιαφερόμενο και να τον βοηθήσει να τα χειριστεί.
δ. Να εκτιμήσει το μέγεθος του ψυχολογικού και συναισθηματικού αντίκτυπου αυτών των θεμάτων στον ενδιαφερόμενο.
ε. Να παρέχει πληροφόρηση για τη λοίμωξη HIV.
στ. Να βοηθήσει τον ενδιαφερόμενο να εντοπίσει και να κατανοήσει τον κίνδυνο για μόλυνση από τον HIV.
ζ. Να εντοπίσει στοιχεία της συμπεριφοράς του ενδιαφερομένου που ίσως υποδηλώνουν νευρολογικές ή ψυχολογικές διαταραχές που σχετίζονται με τη λοίμωξη HIV.
η. Να λάβει υπόψη του τις δυσκολίες που μπορεί να προκύψουν στις σχέσεις του ενδιαφερομένου με τους οικείους του αλλά και με τους άλλους επαγγελματίες Υγείας.
θ. Να διαβεβαιώσει τον ενδιαφερόμενο ότι άκουσε με προσοχή τις απόψεις και τις ανησυχίες του.
ι. Να βοηθήσει τον ενδιαφερόμενο να πάρει αποφάσεις, που μπορεί να επηρεάσουν τη συμπεριφορά του, έπειτα από πληροφόρηση.
ια. Να εντοπίσει τους τρόπους με τους οποίους ο ενδιαφερόμενος έχει μάθει να αντιμετωπίζει τα θέματα που τον αφορούν. Σε κάποιες περιπτώσεις, ίσως χρειαστεί να βοηθήσει το άτομο να αναπτύξει νέες μεθόδους προσπέλασης των προβλημάτων του.
ιβ. Να ενθαρρύνει τον ενδιαφερόμενο να πάρει αποφάσεις και να αντιμετωπίσει τη ζωή του ανάλογα με τις περιστάσεις.

Αρχές που Πρέπει να Διέπουν τη Διαδικασία της Ατομικής Συμβουλευτικής Συνέντευξης στην Περίπτωση της Λοίμωξης και Νόσου HIV

Οι Στόχοι της Συνάντησης. Οι στόχοι της συνάντησης πρέπει να είναι μικροί και περιορισμένοι ώστε να είναι εφικτή η επιτυχής ενασχόληση με αυτούς. Οι Σύμβουλοι είναι πιθανό να αισθάνονται ότι κατακλύζονται από τον αριθμό και την πολυπλοκότητα των προβλημάτων που ένας ενδιαφερόμενος εισάγει σε μια συμβουλευτική συνάντηση. Το αποτέλεσμα είναι να αισθάνονται αβεβαιότητα και έλλειψη αυτοπεποίθησης, πράγμα που μεταδίδεται εύκολα στον ενδιαφερόμενο και του προκαλεί ακόμη μεγαλύτερο άγχος. Για να αποφευχθεί κάτι τέτοιο, είναι πολύ σημαντικό να έχει ο Σύμβουλος συγκεκριμένους και ρεαλιστικούς στόχους για κάθε συνάντηση. Έτσι είναι δυνατόν να υπάρχει πρόοδος και να κατακτώνται διαρκώς μικροί στόχοι. Αυτή η τακτική μπορεί να περιλαμβάνει την απλή ακρόαση της ιστορίας του ενδιαφερομένου ή τον εντοπισμό προβλημάτων για τα οποία απαιτείται ειδική βοήθεια. Όταν οι στόχοι είναι ξεκάθαροι και εφικτοί ο ασθενής είναι πολύ πιθανό να καταφέρει να αντιμετωπίσει τις δυσκολίες καλύτερα.

Ο Σύμβουλος Πρέπει να Κατευθύνει τη Συνάντηση. Μιλώντας εδώ για κατεύθυνση εννοούμε τη "μόνιμη κατάσταση, ανάγκη και πράξη να προηγείται ο Σύμβουλος, να οδηγεί, να ελέγχει τη διαδικασία βοήθειας και γενικά να καθορίζει ο ίδιος την πορεία και εξέλιξη των πραγμάτων" (Δημητρόπουλος, 1999). Ο Σύμβουλος παίρνει τον καθοδηγητικό ρόλο στην οργάνωση της συνάντησης καθορίζοντας τους στόχους της και συντονίζοντας τη συζήτηση. Παρότι η κατεύθυνση δεν πρέπει να συγχέεται με την παροχή συμβουλών οφείλουμε να κάνουμε εδώ μία διευκρίνηση. Συναντήσαμε στο βιβλίο του Δημητρόπουλου Συμβουλευτική και Συμβουλευτική Ψυχολογία (1999), την άποψη ότι σε καταστάσεις κρίσης, σε περιπτώσεις πανικού και σε περιπτώσεις κινδύνου για τη ζωή και την ακεραιότητα του ατόμου η παροχή συμβουλών είναι απαραίτητη καθώς και όταν αυτές συνδυάζονται με προσπάθεια πειθούς εκ μέρους του Συμβούλου. Πολλές φορές ο Σύμβουλος βοηθά το άτομο προς την κατεύθυνση αναζήτησης λύσεων ή πορείας που θα ακολουθήσει με το να βοηθά το άτομο να εντοπίσει εναλλακτικές λύσεις ή ακόμα και με το να διατυπώσει ο ίδιος κάποιες από αυτές. Γενικότερα "όσο πιο λίγα είναι σε θέση να κάνει το άτομο, τόσο πιο πολλά είναι υποχρεωμένος να κάνει ο Σύμβουλος" (Δημητρόπουλος, 1999).

Ο Σύμβουλος Πρέπει να Αξιοποιεί ό,τι Ακούει. Το περιεχόμενο της συζήτησης σχετίζεται με τις πιο πιεστικές από τις ανησυχίες του ενδιαφερομένου. Στο τέλος της συνάντησης ο ενδιαφερόμενος πρέπει να αισθάνεται ότι του δόθηκε η ευκαιρία να μιλήσει, να διερευνήσει τις ανησυχίες του καθώς και τις στρατηγικές αντιμετώπισης κάποιων από αυτές. Η ακρόαση του ενδιαφερομένου αποτελεί ένα κρίσιμο τμήμα της συμβουλευτικής συνάντησης. Προκειμένου να βελτιστοποιήσει την εξέλιξη της συμβουλευτικής σχέσης και να κάνει αξιολόγηση της πορείας της Συμβουλευτικής, ο Σύμβουλος πρέπει να ακούσει όσα λέγονται, να παρατηρήσει τον τρόπο με τον οποίο λέγονται και να εντοπίσει τους υπαινιγμούς και τις πληροφορίες που υποδηλώνονται χωρίς να έχουν εκφραστεί άμεσα.

Ο Σύμβουλος δεν Πρέπει να Προβαίνει σε Συμπεράσματα. Ο Σύμβουλος είναι φρόνιμο να μην αντιλαμβάνεται τίποτε ως δεδομένο και να μην προβαίνει σε συμπεράσματα σχετικά με το επίπεδο της γνώσης, τις ανησυχίες, τις αξίες, τις πιθανές αντιδράσεις και τη γενικότερη συμπεριφορά του ενδιαφερομένου. Η παραγωγή συμπερασμάτων εκ μέρους του Συμβούλου, εμποδίζει την ροή της συζήτησης και την εξερεύνηση της πραγματικής φύσης των ανησυχιών του ενδιαφερομένου.

Αξιολόγηση. Η αξιολόγηση είναι διαρκής και περιλαμβάνει όχι μόνο τις σημειώσεις της συγκεκριμένης συνάντησης, αλλά και την επισκόπηση των σημειώσεων από παλαιότερες συναντήσεις. Δεδομένου ότι τα προβλήματα και ο τρόπος με τον οποίο οι άνθρωποι τα αντιμετωπίζουν, αλλάζουν με την πάροδο του χρόνου, είναι σημαντικό (Miller & Bor, 1991) ο Σύμβουλος να μπορεί να εντοπίσει:
α. Την κυριότερη από τις ανησυχίες του ενδιαφερομένου.
β. Την διανοητική και ψυχολογική του κατάσταση.
γ. Τους τρόπους προσέγγισης που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν επιπρόσθετα.

Η αξιολόγηση της Συμβουλευτικής, σύμφωνα με το Δημητρόπουλο (1991), είναι αναγκαίο να γίνεται για τους παρακάτω λόγους:
α. Για να διαπιστωθεί η αποτελεσματικότητα της παρέμβασης. Από αυτό κρίνεται και η καταλληλότητα, η χρησιμότητα και η σκοπιμότητα στήριξης της παρέμβασης ή κατάργησής της ή αναζήτησης κάποιας άλλης λύσης.
β. Για να μπορεί ο Σύμβουλος να παρακολουθεί την προσπάθειά του και να παίρνει ανατροφοδότηση.
γ. Για να εξασφαλιστεί η επαρκέστερη δυνατή "επικούρηση" του ανθρώπου μέσα από τη βελτίωση των μεθόδων προσέγγισης, των μέσων, των υλικών κλπ.

Παροχή Βοήθειας στον Ενδιαφερόμενο, ώστε να δει το Πρόβλημά του από Διαφορετική Σκοπιά. Στην περίπτωση που ο ενδιαφερόμενος νοσεί, η Συμβουλευτική είναι απίθανο να βοηθήσει την πορεία της υγείας του. Μπορεί όμως να βοηθήσει τον ασθενή να αντιμετωπίσει καλύτερα τη νόσο. Αμφισβητώντας τα πιστεύω του ασθενή, η Συμβουλευτική μπορεί να τον βοηθήσει να δει τόσο τον εαυτό του, όσο και την ασθένειά του από διαφορετική σκοπιά. Για παράδειγμα, μπορεί να συνειδητοποιήσει ότι η ασθένειά του τον έχει φέρει πιο κοντά με μέλη της οικογενείας του με τα οποία ήταν αποξενωμένος. Επίσης, ένας ασθενής που ενθαρρύνεται να είναι περισσότερο κινητικός, μπορεί να αισθάνεται λιγότερο εξαρτημένος από τους άλλους και κατά συνέπεια και λιγότερο θλιμμένος.

Μείωση του Άγχους. Βοηθώντας τον ενδιαφερόμενο να διαχειριστεί το άγχος του, ο Σύμβουλος τον καθιστά ικανό να παίρνει αποφάσεις και να αντιμετωπίζει καλύτερα την ασθένειά του. Αφού ακούσει και αξιολογήσει τα προβλήματα του ενδιαφερομένου, ο Σύμβουλος πρέπει να επιδιώξει να τον βοηθήσει να καταστρώσει ένα σχέδιο προσπέλασης αυτών των προβλημάτων. Αμέσως μετά την εκπόνηση του σχεδίου, είναι δυνατόν ο Σύμβουλος να ερευνήσει την αντίδραση του ατόμου στην πιθανότητα να αχρηστευθεί κινητικά από την ασθένεια και να μην είναι ικανό να λειτουργήσει μόνο του καθώς και στις άλλες πιθανές επιπλοκές. Τέτοια πρακτικά θέματα πρέπει να τίθενται και να αντιμετωπίζονται έγκαιρα προκειμένου να μειωθεί το άγχος και επειδή η ασθένεια μπορεί να εξελιχθεί ραγδαία.

Αποφυγή της Εξάρτησης. Μερικές φορές, οι Σύμβουλοι επιχειρούν να βοηθήσουν τον ενδιαφερόμενο προσπαθώντας να επιλύσουν τα προβλήματά του. Κάτι τέτοιο μπορεί να ωθήσει τον ενδιαφερόμενο σε εξάρτηση από το Σύμβουλο, πράγμα που έχει ως αποτέλεσμα να αισθάνεται απελπισία και ίσως και θυμό. Πολλοί από τους ενδιαφερομένους έχουν αποκτήσει ήδη ένα μοτίβο τραύματος κατά τη διάρκεια της ζωής τους (όπως είναι ο θάνατος αγαπημένου προσώπου, η ανεργία, κάποια ασθένεια κλπ.) και πιθανώς διαθέτουν την ικανότητα να αντιμετωπίζουν τα προβλήματα χωρίς τη βοήθεια κάποιου επαγγελματία. Ο Σύμβουλος πρέπει να προσπαθήσει να κατανοήσει τον τρόπο με τον οποίο το άτομο αντιμετώπισε στο παρελθόν τέτοιες καταστάσεις καθώς και τον τρόπο με τον οποίο αυτές οι εμπειρίες θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για την αντιμετώπιση της παρούσας κατάστασης. Είναι πολύ σημαντικό να ενθαρρυνθεί ο ενδιαφερόμενος να συνειδητοποιήσει ότι διαθέτει την ικανότητα να κάνει κάποια πράγματα μόνος του καθώς αυτό θα τον βοηθήσει να αισθάνεται ότι έχει κάποιο έλεγχο στην ασθένεια και στη ζωή του.

Σεβασμός στον Προσωπικό Τρόπο Αντιμετώπισης Προβλημάτων του Ενδιαφερομένου. Ορισμένοι ασθενείς ενδέχεται να αρνούνται ότι είναι άρρωστοι ή ότι μπορεί να είναι στο μέλλον. Σε αυτή την περίπτωση, ο Σύμβουλος οφείλει να σεβαστεί αυτή την άποψη και να τη θεωρήσει μέρος μιας στρατηγικής προσαρμογής, όσο παράλογο και αν φαίνεται κάτι τέτοιο. Ο Σύμβουλος πρέπει να επαγρυπνεί όταν έχει να αντιμετωπίσει έναν ασθενή ο οποίος χρησιμοποιεί την άρνηση ως μηχανισμό προσαρμογής. Αυτός ο ασθενής είναι πιθανό να αναπτύξει υπερβολικό άγχος, κατάθλιψη, τάση για αυτοκτονία ή απόλυτη εξάρτηση από το Σύμβουλο.

Τοποθέτηση των Ορίων. Ο Σύμβουλος πρέπει να καθορίσει ξεκάθαρα τα όρια σχετικά με το τι μπορεί να επιτευχθεί κατά τη διάρκεια της συνάντησης. Μια σύγχυση σχετικά με το τι μπορεί να αναμείνει ο ενδιαφερόμενος και τι όχι, είναι καταστροφική για τη σχέση Συμβούλου-Συμβουλευομένου. Εάν ο Σύμβουλος υποσχεθεί κάτι το οποίο στην πραγματικότητα δεν μπορεί να προσφέρει, μπορεί να απογοητεύσει τον ενδιαφερόμενο οικτρά. Τα επαγγελματικά όρια πρέπει φυσικά να τηρούνται έτσι ώστε να αποφευχθεί η πιθανότητα προσκόλλησης του ατόμου στον Σύμβουλο.

Συνέχεια των Συναντήσεων. Είναι αναγκαίο να αντιμετωπίζει ο Σύμβουλος την κάθε συνάντηση ως ανεξάρτητη αλλά και ως συνδεδεμένη με την προηγούμενη, έτσι ώστε οι κύριες ανησυχίες του ενδιαφερομένου να αξιολογούνται διαρκώς.

Ο Πλήρης Καθησυχασμός Πρέπει να Αποφεύγεται. Παρότι η έρευνα σχετικά με την HIV λοίμωξη έχει αυξήσει τη δυνατότητά μας να κατανοήσουμε τη φύση της ασθένειας, πολλά πράγματα μας είναι άγνωστα. Έτσι, τόσο οι επαγγελματίες Υγείας, όσο και οι ασθενείς πρέπει να βρουν τρόπους να αντιμετωπίσουν την αβεβαιότητα και την ελλιπή πληροφόρηση Σαν αποτέλεσμα αυτού, κάποιοι Σύμβουλοι ίσως στραφούν στις στατιστικές για την κατάκτηση κάποιας σιγουριάς αλλά αυτό δεν είναι ιδιαίτερα ωφέλιμο για τους ενδιαφερομένους.

Καταμερισμός των Ευθυνών. Ο Σύμβουλος πρέπει, όταν το κρίνει σκόπιμο και αναγκαίο, να προβαίνει σε παραπομπή των ενδιαφερομένων σε άλλους ειδικούς Υγείας, καθώς ο χρόνος, οι πόροι, και το εύρος της ειδικότητάς του υπόκεινται σε περιορισμούς.

Τύποι Ατομικής Συμβουλευτικής Συνέντευξης στην Περίπτωση της Λοίμωξης και Νόσου HIV

Δεν υπάρχει μόνο μία σωστή μέθοδος Συμβουλευτικής η οποία να ταιριάζει σε κάθε περίπτωση. Οι προσεγγίσεις της Συμβουλευτικής είναι πιθανό να ποικίλουν από χώρα σε χώρα καθώς και μεταξύ διαφόρων κοινωνικών ομάδων. Η επιλογή κάποιας συμβουλευτικής τεχνικής επηρεάζεται από πολλούς παράγοντες όπως η διαθεσιμότητα των τοπικών πόρων. Βασικά οι τύποι της Συμβουλευτικής που χρησιμοποιούνται θα πρέπει να βασίζονται κυρίως:
α. Στις ανάγκες των πελατών καθώς και στην ψυχολογική τους κατάσταση.
β. Στον τύπο των προβλημάτων.
γ. Στο στάδιο στο οποίο βρίσκεται το πρόβλημα όταν ξεκινάει η συμβουλευτική διαδικασία.

Ο πελάτης μπορεί να χρειάζεται να παραπεμφθεί σε πιο έμπειρο Σύμβουλο, Ψυχοθεραπευτή ή Ψυχίατρο ανάλογα με τις ανάγκες του. Οι Σύμβουλοι θα πρέπει να διδαχθούν πως να αναγνωρίζουν πότε ο πελάτης χρειάζεται παραπομπή. Σε οποιαδήποτε στιγμή κατά τη διάρκεια της συμβουλευτικής σχέσης ο πελάτης ίσως χρειαστεί να παραπεμφθεί σε εναλλακτικές ή συμπληρωματικές υπηρεσίες (π.χ. ομάδες αυτοβοήθειας οι οποίες παρέχουν συναισθηματική στήριξη). Υπάρχουν πολλοί τύποι Συμβουλευτικής. Εδώ θα περιγραφούν οι εξής τρεις:
α. Συμβουλευτική για καταστάσεις κρίσης.
β. Συμβουλευτική επίλυσης προβλημάτων.
γ. Συμβουλευτική λήψης αποφάσεων.

Συμβουλευτική για Καταστάσεις Κρίσης

Η Συμβουλευτική για καταστάσεις κρίσης χρησιμοποιείται αρκετά συχνά εξαιτίας των απειλών που η λοίμωξη και νόσος HIV δημιουργεί στο άτομο και κυρίως λόγω του κοινωνικού στιγματισμού που συνεπάγεται. Μια συναισθηματική κρίση συμβαίνει όταν ένα άτομο αισθάνεται έντονα φοβισμένο, εντελώς έκπληκτο και χωρίς επίγνωση της κατάστασής του καθώς και συναισθηματικά αναστατωμένο εξαιτίας της απώλειας του ελέγχου του. Επίσης όταν αισθάνεται συναισθηματικά παράλυτο επειδή δεν φαίνεται να υπάρχει καμία λύση στο πρόβλημά του: όλες οι προσπάθειες που κάνει για να ξεπεράσει την κρίση μοιάζουν χωρίς ελπίδα και τα αποτελέσματα της ασθένειας μοιάζουν να είναι τόσο επιζήμια όσο και η ίδια η ασθένεια.

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι οποιοδήποτε γεγονός που ένα άτομο αντιλαμβάνεται και ορίζει ως κρίση είναι πράγματι κρίση για το άτομο αυτό. Ο Σύμβουλος πρέπει να είναι καθησυχαστικός και υποστηρικτικός όσο ο πελάτης μιλάει για την "κρίση". Επιπλέον ο Σύμβουλος δεν πρέπει να μειώσει τη σοβαρότητα της κατάστασης ακόμη κι αν πιστεύει ότι το άτομο δεν βρίσκεται πραγματικά σε κατάσταση κρίσης. Αντίθετα, πρέπει να ακούει προσεκτικά και να σχολιάζει την ένταση των συναισθημάτων του πελάτη, τη θλίψη του ή την προσπάθειά του να αντιμετωπίσει το πρόβλημα. Είναι ιδιαίτερα σημαντικό να μπορεί ο Σύμβουλος να σέβεται την αντίληψη του πελάτη σχετικά με το αν βρίσκεται σε κρίση και να συνεχίζει από αυτό το σημείο προκειμένου να του παρέχει στήριξη.

Η Συμβουλευτική κρίσης εστιάζει στα συναισθήματα του πελάτη και δέχεται την αντίληψή του σχετικά με το τι είναι κρίση. Όταν ο πελάτης βρίσκεται σε κατάσταση κρίσης, ο Σύμβουλος πρέπει να παραμείνει ήρεμος και να αποδεχθεί το φόβο του ως αυθεντικό. Πρέπει ακόμη να αναγνωρίσει ότι ο πελάτης ίσως αρνείται την πραγματικότητα ή είναι θυμωμένος. Ο Σύμβουλος δεν πρέπει να πανικοβάλλεται, να προσφέρει λανθασμένη ασφάλεια, να δίνει συμβουλές ή να προσβάλλεται. Μια κρίση αποτελούν τα εξής τέσσερα στοιχεία: το σοκ, η άρνηση, η απόσυρση, η αποδοχή.

Αυτά τα στοιχεία εξηγούν την φαινομενικά παράλογη συμπεριφορά του ατόμου που βρίσκεται σε κρίση:
Το σοκ, δημιουργείται είτε από το φόβο και τη συνειδητοποίηση ότι κάτι δεν πάει καλά είτε από την επίγνωση του κινδύνου κυρίως μετά από την επιβεβαίωση θετικών αποτελεσμάτων.
Η άρνηση, πολλές φορές έρχεται σαν αποτέλεσμα της έντονης προσπάθειας που καταβάλλει το ατόμου να κατανοήσει τις συνέπειες της κρίσης. Για παράδειγμα, έπειτα από το σοκ ενός θετικού τεστ, το άτομο είναι πιθανό να αρνείται τη νέα πραγματικότητα και να αποσύρεται από αυτή και γι' αυτό το λόγο να συνεχίζει να κάνει διάφορα τεστ και εξετάσεις σε διαφορετικές κλινικές. Αυτή η αντίδραση είναι φυσική, αλλά παροδική. Κάποια άτομα συμβιβάζονται γρήγορα και προσαρμόζονται στην καινούρια δύσκολη κατάσταση.
Η απόσυρση, αποτελεί έναν ακόμα τρόπο αντίδρασης κάποιων ατόμων στην κρίση όπως ακριβώς και η κατάθλιψη ή το έντονο άγχος. Είναι πολύ συνηθισμένο τα άτομα που μαθαίνουν ότι έχουν μολυνθεί από τον HIV να επιδιώκουν να μένουν μόνα προκειμένου να αντιμετωπίσουν το θυμό ή τη θλίψη τους. Η τάση αυτή τα οδηγεί πολύ συχνά στην απομόνωση.

Η αποδοχή. Σε γενικές γραμμές ωστόσο, με τη βοήθεια της Συμβουλευτικής και της δικής τους ψυχολογικής δύναμης, τα άτομα αυτά μπορούν να ξεπεράσουν τη θλίψη χωρίς να χάσουν για πάντα την εαυτοεκτίμησή τους και αποκτώντας ξανά την αίσθηση του ελέγχου του εαυτού τους. Με αυτό τον τρόπο φτάνουν στο στάδιο της αποδοχής.
Κατά τη διάρκεια μιας κρίσης, ο Σύμβουλος πρέπει να ορίσει γρήγορα το πρόβλημα και να αποκαταστήσει την αίσθηση ελέγχου του πελάτη. "Κατά γενικό κανόνα τα άτομα που αναζητούν βοήθεια σε κατάσταση κρίσης εξαντλούν τη βοήθεια σε μια συνάντηση, γιατί εν τω μεταξύ ηρεμούν, αποφορτίζονται και αναζητούν πιο λογικές διεξόδους" (Δημητρόπουλος, 1999). Στις οδηγίες της WHO (1994) διαβάζουμε ότι ανεξάρτητα από το χρόνο που θα απαιτηθεί μέχρι ο ασθενής να καταφέρει να συνέλθει, ο Σύμβουλος θα πρέπει, χρησιμοποιώντας τις κατάλληλες τεχνικές, να φροντίσει:
α. Να εστιάζει στο "εδώ" και "τώρα", δηλαδή στην έκφραση των τωρινών συναισθημάτων και ανησυχιών του πελάτη και να επιβεβαιώνει αυτά τα συναισθήματα.
β. Να ελέγχει αν ο πελάτης επιδεικνύει ικανότητα λήψης αποφάσεων ή δίνει την εντύπωση ότι αισθάνεται αβοήθητος, απελπισμένος και χωρίς έλεγχο των συναισθημάτων του.
γ. Να διευκρινίσει τι ο πελάτης θεωρεί ως κρίση και να συμφωνήσει σε ένα πρόγραμμα δράσης ώστε να επιλύσει ή να μετριάσει την κρίση.
δ. Να αρχίσει να δουλεύει σε μία πλευρά της κρίσης, προτιμότερο σε μία πλευρά που μπορεί να αντιμετωπισθεί ευκολότερα ώστε να ενισχύσει την αυτοπεποίθηση του πελάτη στην αντιμετώπιση μελλοντικών προβλημάτων.

Ο Σύμβουλος ίσως χρειάζεται να επαναλάβει κάποιες πληροφορίες εάν ο πελάτης βρίσκεται σε στάδιο άρνησης ή είναι πολύ αναστατωμένος για να αντιληφθεί ό,τι λέγεται.

Συμβουλευτική Επίλυσης Προβλημάτων

Η Συμβουλευτική για καταστάσεις κρίσης και η Συμβουλευτική επίλυσης προβλημάτων συχνά λαμβάνουν χώρα ταυτόχρονα. Ένας συμβουλευόμενος νιώθει ικανός να διαχειριστεί την κρίση ανάλογα με τον βαθμό στον οποίο το πρόβλημα γίνεται κατανοητό σ' αυτόν. Η Συμβουλευτική κρίσης εστιάζει κατευθείαν στο παρόν. Στην περίπτωση της λοίμωξης και νόσου HIV μπορεί να χρησιμοποιηθεί και με σκοπό το σχεδιασμό τόσο της πρόληψης της μετάδοσης, όσο και των μεθόδων αντιμετώπισης των αντιδράσεων του ατόμου στη λοίμωξη ή στη νόσο. Η Συμβουλευτική επίλυσης προβλημάτων στηρίζεται αρχικά και κύρια στη συναισθηματική στήριξη και ενσυναίσθηση. Όταν το "πρόβλημα" του οροθετικού ατόμου δεν μπορεί να επιλυθεί, οι τρέχουσες συνέπειές του μπορούν να ορισθούν επακριβώς. Το άτομο πρέπει να έχει αντικειμενική πληροφόρηση στην οποία να βασίσει τις αποφάσεις του. Ο Σύμβουλος επίσης χρειάζεται συγκεκριμένες πληροφορίες σχετικά με τον πελάτη (π.χ. τον αριθμό των ερωτικών του συντρόφων).

Η προσέγγιση της επίλυσης προβλημάτων, σύμφωνα με τις οδηγίες της WHO (1994), χρησιμοποιείται για να βοηθήσει τους πελάτες:
α. Να καταλάβουν τη φύση της ασθένειας.
β. Να σκεφτούν τις συνέπειες της αρρώστιας στην καθημερινή τους ζωή.
γ. Να αποκτήσουν ή να ενδυναμώσουν προσωπικές δεξιότητες αντιμετώπισης κρίσης και
δ. Να αλλάξουν συμπεριφορά ώστε να προστατέψουν τόσο τους εαυτούς τους όσο και τους άλλους.

Στη Συμβουλευτική επίλυσης προβλημάτων ο Σύμβουλος:
α. Ενθαρρύνει την ανοιχτή συζήτηση σχετικά με τα συναισθήματα του πελάτη και παρέχει στήριξη και επιβεβαίωση ότι αυτά τα συναισθήματα είναι φυσιολογικά.
β. Εκτιμά τις παρελθούσες και τωρινές ικανότητες επίλυσης προβλημάτων του πελάτη.
γ. Μετατρέπει το πρόβλημα σε ένα αριθμό από λιγότερο περίπλοκα και εύκολα, ως προς την επίλυσή, τους κομμάτια και καθιερώνει ένα σχέδιο δράσης για κάθε υπό-πρόβλημα και
δ. Συζητά θέματα οικονομικής φύσεως όπως είναι το θέμα των προσωπικών ή άλλων πόρων που είναι διαθέσιμοι και απαραίτητοι για τον πελάτη.

Συμβουλευτική Λήψης Αποφάσεων

Έπειτα από τη συνειδητοποίηση μίας επικίνδυνης συμπεριφοράς ή έπειτα από τη διάγνωση μόλυνσης, ο συμβουλευόμενος πρέπει να πάρει αποφάσεις σχετικά με την αλλαγή της συμπεριφοράς του. Το θετικό στοιχείο είναι ότι αυτές οι αποφάσεις, με την πάροδο του χρόνου, εφόσον μεσολαβεί καλύτερη κατανόηση του προβλήματος, παίρνονται με ολοένα αυξανόμενο συναισθηματικό έλεγχο Η Συμβουλευτική λήψης αποφάσεων βοηθάει τον πελάτη να εστιάσει σε ενοχλητικές αλλά απαραίτητες αποφάσεις. Μερικές από τις αποφάσεις που ίσως χρειάζεται να παρθούν είναι:
α. Ποιος πρέπει να ενημερωθεί για την κατάσταση του ασθενή, πώς και πότε θα πραγματοποιηθεί αυτή η ενημέρωση.
β. Πώς ο πελάτης θα χειριστεί συγκεκριμένα νομικά, οικονομικά και άλλα θέματα, όπως π.χ κληρονομικά.
γ. Από ποιον θα ζητηθεί να παρέχει συναισθηματική υποστήριξη και σωματική φροντίδα.
δ. Τι είδους αλλαγές πρέπει να γίνουν στο διαιτολόγιο ή στον τρόπο ζωής του ασθενή προκειμένου να διατηρηθεί όσο το δυνατό περισσότερο υγιής.

Τέτοιου είδους ερωτήσεις μπορεί να μην είναι ευχάριστες, αλλά η εξέταση και επίλυσή τους βοηθούν στην αποκατάσταση μιας αίσθησης ελέγχου. Η Συμβουλευτική κρίσης, η Συμβουλευτική επίλυσης προβλημάτων και η Συμβουλευτική λήψης αποφάσεων είναι αλληλένδετες. Μπορούν να επιλεγούν σύμφωνα με τις ανάγκες του πελάτη σε οποιαδήποτε δεδομένη στιγμή. Κάθε μια μπορεί να χρησιμοποιηθεί αρκετές φορές με το ίδιο άτομο ή οικογένεια (WHO, 1994).

Στάδια της Συμβουλευτικής Σχέσης

Η σχέση που αναπτύσσεται ανάμεσα στο Σύμβουλο και στο συμβουλευόμενο, είναι πιθανό να περιορίζεται σε λίγες συναντήσεις. Κάποιες φορές όμως η σχέση διαρκεί πολλά χρόνια κατά τη διάρκεια των οποίων διατηρείται τακτική επαφή. Θα μπορούσαμε να διακρίνουμε τρία στάδια της συμβουλευτικής σχέσης: το αρχικό, το μεσαίο και το τελικό (WHO, 1994).

Αρχικό Στάδιο

Ο Σύμβουλος ξεκινά διερευνώντας τι ακριβώς γνωρίζει ο συμβουλευόμενος για τη Συμβουλευτική και τι προσδοκεί από το Σύμβουλο. Εάν είναι αναγκαίο, ο Σύμβουλος θα πρέπει να εξηγήσει συνοπτικά τη διαδικασία, χρησιμοποιώντας παραδείγματα και να συζητήσει τους πιθανούς φόβους του ενδιαφερομένου γύρω απ' αυτή. Αρχικά ο Σύμβουλος ίσως βρεθεί αντιμέτωπος με την αντίσταση του ενδιαφερομένου εξ αιτίας της αρχικής δυσπιστίας.

Ένας τρόπος να ενθαρρυνθεί ο ενδιαφερόμενος να αισθανθεί εμπιστοσύνη είναι να αφεθεί να πει την ιστορία του με το δικό του τρόπο. Ο Σύμβουλος ίσως βρει την ιστορία ασυνάρτητη ή άσκοπη, αλλά πρέπει να τον αφήσει να συνεχίσει και παράλληλα να σημειώνει οτιδήποτε ο πελάτης τονίζει ή υποτιμά. Με αυτό τον τρόπο ο Σύμβουλος δείχνει ότι σέβεται τον πελάτη ενώ παρατηρεί τα συναισθήματά του κατά τη διάρκεια της εξιστόρησης καθώς και τον τρόπο που έχει να μοιράζεται ιδέες, γεγονότα και συναισθήματα.

Αφού αφήσει τον πελάτη να πει την ιστορία του, ο Σύμβουλος πρέπει τότε να πάρει ένα ιστορικό της περίπτωσης. Αυτό βοηθά τον πελάτη να πει την ιστορία με πιο μεθοδικό τρόπο και να ξεκινήσει μια σχέση βοηθείας. Το ιστορικό θα πρέπει να περιλαμβάνει προσωπικά δεδομένα και στοιχεία για τις γνώσεις, τους προβληματισμούς και τα πιστεύω του πελάτη σχετικά με τη λοίμωξη HIV.

Ενόσω καταγράφει το ιστορικό, ο Σύμβουλος θα πρέπει να παρατηρήσει τον τρόπο ομιλίας του συμβουλευόμενου (ντροπαλός, ευθύς, διστακτικός κλπ) και τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζει το Σύμβουλο (κοιτά μακριά, θυμώνει, είναι συγκεντρωμένος κλπ). Επίσης, την ύπαρξη ευκολίας ή δυσκολίας στην επικοινωνία. Ο Σύμβουλος οφείλει να σημειώσει αν και κατά πόσο ο πελάτης επικεντρώνεται σε καίρια θέματα και αν η αφήγησή του έχει συνέπεια ή ασυμφωνίες.

Όταν ο πελάτης είναι αγχώδης, ο Σύμβουλος μπορεί να ξεκινήσει να προβάλλει ερωτήματα σχετικά με γεγονότα ή να καθυστερήσει τη λήψη ιστορικού μέχρι να εδραιωθεί μια σχέση εμπιστοσύνης. Όταν ο πελάτης δείχνει άνετος και έτοιμος να μιλήσει, ο Σύμβουλος μπορεί να ξεκινήσει τη λήψη ιστορικού διερευνώντας τα συναισθήματα του ατόμου γύρω από το πρόβλημά του.

Έχοντας εξασφαλίσει τις απαραίτητες πληροφορίες, ο Σύμβουλος μπορεί να ξεκινήσει να εργάζεται μαζί με τον πελάτη για την προετοιμασία ενός σχεδίου δράσεως. Το σχέδιο δράσεως, στην περίπτωση της Συμβουλευτικής για τη λοίμωξη HIV, εξαρτάται από την κατάσταση της υγείας του ενδιαφερόμενου. Οπωσδήποτε, διαφέρει στην περίπτωση που η συνάντηση γίνεται πριν την εξέταση απ' ότι στην περίπτωση που ο ασθενής έχει ήδη αναπτύξει τη νόσο και υπάρχει πιθανότητα ενός πρόωρου θανάτου (συμπεριλαμβανομένων όλων των ενδιαμέσων σταδίων). Με αυτή την επιφύλαξη, το σχέδιο δράσης πρέπει να είναι ανάλογο με το τι μπορεί ο πελάτης να πραγματοποιήσει αλλά και με τις προσδοκίες που επιτρέπει το σύστημα υποστήριξης. Το σχέδιο δράσης εξαρτάται από τη φύση του προβλήματος και πρέπει πάντοτε να περιλαμβάνει: την ανίχνευση του τρόπου με τον οποίο ο πελάτης θα ήθελε να λυθεί το πρόβλημα, τον καθορισμό της γνώμης του πελάτη για τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να αντιμετωπισθεί το πρόβλημα, τη διευκρίνιση των προσδοκιών του πελάτη από τη Συμβουλευτική, την περιγραφή της βοήθειας που είναι σε θέση να προσφέρει ο Σύμβουλος, την παροχή ρεαλιστικών ελπίδων και τη συζήτηση των αιτίων που ίσως περιορίζουν τη δυνατότητα βοήθειας, το σχεδιασμό μακροπρόθεσμων κ.α. βραχυπρόθεσμων σχεδίων και τη δήλωση από μέρους του συμβούλου της δέσμευσής του να συνεργασθεί με τον πελάτη.

Μεσαίο Στάδιο

Αφού ο συμβουλευόμενος σιγουρευτεί ότι ο Σύμβουλος είναι ένα άτομο άξιο εμπιστοσύνης, το οποίο θα του προσφέρει πληροφόρηση, καθοδήγηση και υποστήριξη, η συμβουλευτική σχέση περνά στο μεσαίο στάδιο. Κατά τη διάρκεια αυτού του σταδίου, το σχέδιο δράσης που καταρτίστηκε κατά το αρχικό στάδιο, μπαίνει σε εφαρμογή. Στην περίπτωση ενός οροθετικού ατόμου, ο πιο δύσκολος στόχος αυτού του σταδίου είναι η αποκατάσταση της επαφής του ατόμου με την οικογένειά του και η κατανόηση εκ μέρους της οικογενείας του τρόπου με τον οποίο η μόλυνση προκλήθηκε.
Κατά το μεσαίο στάδιο (το στάδιο της δράσης), ο Σύμβουλος πρέπει: να φροντίζει τη συνέχιση της έκφρασης των συναισθημάτων του πελάτη καθώς και της συζήτησης γύρω από αυτά, να παραπέμπει το άτομο σε επίσημες υπηρεσίες ή ανεπίσημες (ομάδες αυτοβοήθειας), να παρακολουθεί την πρόοδο που σημειώνεται και να τροποποιεί τα σχέδια όταν αυτό είναι απαραίτητο, να προωθεί τη συνέχιση των αλλαγών στη συμπεριφορά και να βοηθά τα άτομο να προχωρά με στόχο την κατάκτηση του αισθήματος της αποδοχής και του ελέγχου.

Τελικό Στάδιο

Αφού ο συμβουλευόμενος έχει δείξει θέληση να συμμετάσχει στο σχεδιασμό και στη διεκπεραίωση των σχεδίων που αναφέραμε παραπάνω, η Συμβουλευτική εισέρχεται στο τελικό στάδιο. Το στάδιο αυτό συχνά είναι πολύ δύσκολο, ιδιαίτερα για τα άτομα που έχουν αναπτύξει πολύ στενή σχέση με το Σύμβουλό τους. Για τον πελάτη, ο Σύμβουλος μπορεί να είναι το μόνο άτομο που καταλαβαίνει πραγματικά τον ίδιο και την κατάστασή του. Σε αντίθεση με την αναγκαιότητα να παραμένει ουδέτερος, ο Σύμβουλος ίσως βιώνει και ο ίδιος συναισθηματική σύνδεση με τον πελάτη. Η προοπτική της περάτωσης της συμβουλευτικής σχέσης μπορεί να είναι επώδυνη και για τους δύο.
Για το λόγο αυτό, η περάτωση πρέπει να έχει σχεδιαστεί προσεκτικά. Συχνά ο ενδιαφερόμενος έχει υποστεί πολλές απώλειες και παρότι λειτουργεί ικανοποιητικά, μπορεί να αισθάνεται ανίκανος να συνεχίσει να αντιμετωπίζει τις αντιξοότητες χωρίς τη βοήθεια του συμβούλου. Ο Σύμβουλος πρέπει να φροντίζει να απέχουν οι συναντήσεις του με τον πελάτη ολοένα και περισσότερο μεταξύ τους, ώστε ο δεύτερος να καταφέρνει να ανεξαρτητοποιείται μεν, να αισθάνεται και ότι ο Σύμβουλος είναι διαθέσιμος ακόμα σε ώρα ανάγκης δε.
Ο Σύμβουλος πρέπει να περατώνει τη σχέση μόνο εφόσον ο πελάτης μπορεί να αντιμετωπίζει την καθημερινότητα και να σχεδιάζει τρόπους ώστε να αντεπεξέρχεται στις καθημερινές απαιτήσεις της ζωής του, διαθέτει υποστηρικτικό σύστημα (π.χ. οικογένεια, φίλους, ομάδες). Στο τελικό στάδιο, ο Σύμβουλος πρέπει να: προετοιμάσει τον ενδιαφερόμενο για την αλλαγή στη συμβουλευτική σχέση, να υποστηρίζει τη διατήρηση των αλλαγών στη συμπεριφορά, να βοηθήσει τον ενδιαφερόμενο να χειριστεί προβλήματα που τυχόν εξακολουθούν στην οικογένεια ή την εργασία και σχετίζονται με την κατάστασή του, εάν έχει αναπτύξει τη νόσο HIV (AIDS), να κάνουν μαζί ανασκόπηση των σχεδίων για τη διαχείριση της ασθένειας και να βεβαιωθεί ότι έχει υποδείξει όλες τις διαθέσιμες διεξόδους και ότι ο πελάτης αναζητά κατάλληλες πηγές βοήθειας.