AIDS AWARENESS PICTURE GALLERY

Κέντρα Ελέγχου και Αναφοράς AIDS

Χρονολογικά Στοιχεία για την Εξέλιξης της Επιδημίας

Συμβουλευτική για Λοίμωξη και Νόσο HIV

 

Η Συμβουλευτική Παρέμβαση Αναλυτικά

Τεχνικές

Η επιλογή της μεθόδου ή των μεθόδων και της τεχνικής που θα χρησιμοποιήσει, είναι μια από τις σημαντικότερες αποφάσεις του Συμβούλου (Δημητρόπουλος, 1999). Οι διαθέσιμες τεχνικές είναι πάρα πολλές και ο Σύμβουλος οφείλει μέσα από την εξοικείωσή του με τις διάφορες θεωρίες να είναι σε θέση να επιλέξει τις καταλληλότερες για την περίσταση.

Η επικοινωνία είναι το βασικό εργαλείο του Συμβούλου. Ο Σύμβουλος εισέρχεται στον προσωπικό κόσμο ενός ατόμου διατυπώνοντας ευθείες και σαφείς ερωτήσεις σχετικώς με τις δραστηριότητες και συμπεριφορές του. Οι περισσότεροι άνθρωποι αισθάνονται αμηχανία όταν συζητούν για τέτοια θέματα. Ανεξάρτητα από την ευαίσθητη φύση τους, αυτά τα θέματα πρέπει να συζητιούνται ανοικτά. Έτσι μόνο θα μπορέσουν να κατανοήσουν και να αποδεχθούν την κατάστασή τους καθώς και να σκεφθούν σοβαρά να αλλάξουν το στυλ της ζωής τους και τη συμπεριφορά.

Ο Σύμβουλος πρέπει να χρησιμοποιεί γλώσσα κατανοητή από τον πελάτη, ώστε η επικοινωνία να είναι καθαρή. Σε αντίθεση με μια πρόχειρη συζήτηση, οι πληροφορίες που δίνονται στα πλαίσια της συμβουλευτικές συζήτησης πρέπει να είναι συγκεκριμένες, ειδικές και να εξυπηρετούν κάποιο σκοπό. Με την παροχή συγκεκριμένων πληροφοριών ο Σύμβουλος μπορεί να προχωρήσει ως προς τις επιδιώξεις του: να εκτιμήσει την επικινδυνότητα της συμπεριφοράς, να καθορίσει μια πορεία δράσεως και να επικεντρωθεί στις συναισθηματικές αντιδράσεις, την ανάγκη για φροντίδα υγείας και για κοινωνική υποστήριξη των πελατών του. Η Συμβουλευτική περιλαμβάνει σχεδόν πάντοτε την επικοινωνία γύρω από ευαίσθητα και λεπτά θέματα. Παρακάτω παρουσιάζονται οι δεξιότητες τις οποίες ο Σύμβουλος πρέπει να διαθέτει και να αξιοποιεί.

Ενεργός ακρόαση. Ο Σύμβουλος υποδηλώνει με λέξεις, εκφράσεις και χειρονομίες ότι ακούει και καταλαβαίνει τι λεει ο ενδιαφερόμενος (WHO, 1994). Η ακρόαση στο πλαίσιο της συμβουλευτικής σχέσης απαιτεί την αξιοποίηση όλων των αισθήσεων ώστε ο Σύμβουλος να αντιληφθεί και να κατανοήσει όχι μόνο όσα λεει ο ενδιαφερόμενος, αλλά και όσα θα ήθελε να πει (Δημητρόπουλος, 1999). Η κύρια επιδίωξη της προσεκτικής ακρόασης είναι να έχει ο πελάτης την απαιτούμενη βοήθεια ώστε να ξεκαθαρίσει τα γεγονότα και τα συναισθήματα και να τα οργανώσει σε ένα πρότυπο με σημασία (Ivey & Gluckstern, 1995). Η βασική αλληλουχία προσεκτικής ακρόασης, όπως προτείνεται από τους Ivey και Gluckstern, είναι:
α. Ανοιχτές Ερωτήσεις: Αρχίζουν συνήθως με "τι, πως, πόσο, γιατί, θα μπορούσατε" (Ivey et al., 1993). Βοηθούν το Σύμβουλο να αποκτήσει μια γενική εικόνα της κατάστασης καθώς καθοδηγούν τον πελάτη να εκφράζεται με λόγια (Ivey & Gluckstern, 1995).
β. Κλειστές Ερωτήσεις: Αρχίζουν συνήθως με "είναι, νομίζεις, θέλεις, μπορείς" και απαντώνται με "ναι" ή "όχι" (Ivey et al., 1993). Βοηθούν το Σύμβουλο να συγκεντρώσει περισσότερα γεγονότα και πληροφορίες (Ivey et al., 1993) Στο σημείο αυτό θα πρέπει να σημειώσουμε ότι ορισμένες φορές είναι χρήσιμη και η τεχνική της Ελλιπούς Ερώτησης, όπου ο Σύμβουλος αφήνει μια ερώτηση μισοτελειωμένη με σκοπό να προκαλέσει το άτομο να τη συμπληρώσει (Δημητρόπουλος, 1999). Η αποτελεσματική διατύπωση ερωτημάτων απαιτεί τα ερωτήματα να είναι τέτοια που να επιτρέπουν στον ενδιαφερόμενο να δώσει διάφορες πιθανές απαντήσεις, όχι να υποδεικνύουν την απάντηση. Για παράδειγμα "πως θα αντιδράσει ο σύντροφός σας…" (WHO, 1994).
γ. Στοιχειώδης Ενθάρρυνση: Πρόκειται είτε για σαφείς λεκτικές σιωπές, είτε για σύντομες λεκτικές εκφράσεις (π.χ. "χμμ..."), είτε για άμεσες επαναλήψεις των τελευταίων λόγων του πελάτη (Ivey et al., 1993). Βοηθά το Σύμβουλο να διευκολύνει τη διεξαγωγή της συζήτησης και την επεξεργασία λεπτομερειών καθώς διευκολύνουν τις ουσιαστικότερες λεκτικές εκφράσεις του βαθύτερου νοήματος του θέματος που συζητείται είτε πρόκειται για συναισθήματα είτε για γεγονότα (Ivey & Gluckstern, 1995).
δ. Παράφραση: Πρόκειται για σχόλια με τα οποία ο Σύμβουλος επαναλαμβάνει στο συμβουλευόμενο την ουσία των όσων του είπε, χρησιμοποιώντας τις βασικές εκφράσεις και λέξεις του (Ivey et al., 1993). Βοηθά το Σύμβουλο να ανατροφοδοτήσει τα κύρια γεγονότα της κατάστασης όπως τα άκουσε και οδηγεί στην επαλήθευση γεγονότων και σκέψεων εκ μέρους του πελάτη (Ivey & Gluckstern, 1995). Από την άλλη μεριά, όταν ο Σύμβουλος επαναλαμβάνει με διαφορετικά λόγια αυτό που ο ενδιαφερόμενος του ανέφερε, τότε εκείνος μπορεί να είναι σίγουρος ότι έγινε απολύτως κατανοητός. Για παράδειγμα " αν κατάλαβα καλά, ο κύριος φόβος σας είναι η αποδοκιμασία των γονιών σας…". Ο πελάτης ίσως συμφωνήσει με αυτή τη διατύπωση. Αν πάλι, διαφωνήσει, ο Σύμβουλος πρέπει να αποσαφηνίσει το θέμα (WHO, 1994).
ε. Αντανάκλαση Συναισθήματος: Πρόκειται για την τεχνική με την οποία ο Σύμβουλος επιχειρεί να διατυπώσει προς το άτομο με δικά του λόγια τα πραγματικά συναισθήματα που αυτό εξέφρασε (Δημητρόπουλος,1999). Ο Σύμβουλος χρησιμοποιεί λέξεις φορτισμένες συναισθηματικά (π.χ. "αισθάνεσαι θυμωμένη, λυπημένη…"κτλ) (Ivey et al., 1993) προκειμένου να ανατροφοδοτήσει στον πελάτη τα συναισθήματα που ενυπάρχουν στη συγκεκριμένη κατάσταση. Οι αντανακλάσεις συναισθημάτων βοηθούν τόσο τη συζήτηση για τα συναισθήματα όσο και την επαλήθευση των συναισθημάτων (Ivey & Gluckstern, 1995).
στ. Περίληψη: Πρόκειται για την τεχνική με την οποία ο Σύμβουλος επιχειρεί να οργανώσει την πληθώρα των γεγονότων και συναισθημάτων του προσώπου και της κατάστασης (Ivey & Gluckstern, 1995).

Ενθάρρυνση. Πολλοί άνθρωποι έχουν μάθει να μην εκφράζουν τα συναισθήματά τους ανοικτά, όσο έντονα και αν είναι. Ο Σύμβουλος πρέπει να ενθαρρύνει την έκφραση των συναισθημάτων. Οι άνθρωποι μπορούν να δρομολογήσουν εποικοδομητική αλλαγή, μόνο αφού καταφέρουν να "δουλέψουν" με τα συναισθήματά τους (WHO, 1994).
Αναγνώριση των συναισθημάτων. Ο Σύμβουλος πρέπει να αναγνωρίζει τα συναισθήματα που βιώνει ο ενδιαφερόμενος. Πρέπει επίσης να διακρίνει ανάμεσα σε συναισθήματα όπως είναι ο θυμός, η θλίψη και ο φόβος που ίσως υποβόσκει. Η στάση του πρέπει να "λεει" στον πελάτη: τα συναισθήματά σου είναι πολύ δυνατά και εγώ τα δέχομαι (WHO, 1994).

Ενσυναίσθηση. Η ενσυναίσθηση αναφέρεται στην προσπάθεια κάποιου να τοποθετήσει τον εαυτό του στη θέση κάποιου άλλου. Ο Σύμβουλος πρέπει να διαθέτει αυτή την ικανότητα αλλά παράλληλα να μπορεί να ελέγχει τα συναισθήματά του. Πρέπει να βρει τη χρυσή τομή ανάμεσα στην απόσταση και την εγγύτητα σε σχέση με τον ενδιαφερόμενο. Έτσι μπορεί να προωθήσει την αυτονομία του ατόμου και την ενεργοποίηση των δεξιοτήτων επίλυσης προβλημάτων που αυτό διαθέτει (WHO, 1994).

Σεβασμός. Ο Σύμβουλος πρέπει να σέβεται τις απόψεις και τα πιστεύω του συμβουλευόμενου. Ο σεβασμός μπορεί να εκδηλωθεί όταν ζητά από το άτομο να του εξηγήσει άγνωστες πτυχές της κουλτούρας του ή των προσωπικών του απόψεων. (Για παράδειγμα: Δεν γνωρίζω σχετικά, Μιλήστε μου γι' αυτό…) (WHO, 1994). Ο Σύμβουλος πρέπει να σέβεται γενικά το άτομο, την ικανότητά του και το δικαίωμά του να αποφασίζει για τον εαυτό του καθώς και την αξία του και τη μοναδικότητά του.
Αποσαφήνιση. Ο Σύμβουλος προσπαθεί να αποσαφηνίσει τόσο τα λόγια του ενδιαφερομένου (π.χ. "εννοείτε ότι…"), όσο και το νόημα της πληροφορίας που αναφέρεται σε γεγονότα (π.χ. "όχι, ο HIV δεν μεταδίδεται με τη χειραψία) (WHO, 1994). Η αποσαφήνιση απαιτεί μεγάλη προσπάθεια και επιμονή εκ μέρους του συμβούλου και βοηθά το άτομο να ξεκαθαρίσει τα πραγματικά του αισθήματα, τα πραγματικά του προβλήματα κτλ. (Δημητρόπουλος, 1999).

Συσχετισμός. Πολλοί άνθρωποι αδυνατούν να διακρίνουν τη σχέση ανάμεσα στη συμπεριφορά τους και τις αντιδράσεις των άλλων. Ο Σύμβουλος πρέπει να τους βοηθήσει να κατανοήσουν τον τρόπο με τον οποίο αυτά τα δύο συνδέονται. Για παράδειγμα: "Μήπως έχεις παρατηρήσει ότι κάθε φορά που αποτραβιέσαι και δεν μιλάς στους δικούς σου, αυτοί αντιδρούν εκνευρισμένα; " (WHO, 1994).

Πρόκληση. Ο Σύμβουλος πρέπει να φέρνει τον ενδιαφερόμενο αντιμέτωπο με τις αντιφάσεις που πιθανώς παρουσιάζουν τα λόγια του ή με την αποτυχία που ίσως έδειξε ως προς την επίτευξη κάποιου συμφωνημένου στόχου. Η πρόκληση απαιτεί λεπτούς χειρισμούς, ώστε ο ενδιαφερόμενος να τη βλέπει σαν θετική πράξη και όχι σαν έκφραση κατηγορίας ή θυμού (WHO, 1994). Η πρόκληση ή αντίκρουση ή αντιμετώπιση ή αμφισβήτηση είναι μια δυσάρεστη εκ πρώτης όψεως τεχνική, βοηθά όμως το άτομο να επανεξετάσει τον τρόπο αλλά και το περιεχόμενο των όσων παρουσιάζει και να αναθεωρήσει τη στάση του (Δημητρόπουλος, 1999).

Επανάληψη. Σε περιόδους άγχους και κρίσεως, οι άνθρωποι δεν μπορούν να αφομοιώσουν όλα όσα ακούν. Αυτό συμβαίνει, είτε γιατί είναι σε κατάσταση άρνησης, είτε γιατί κλείνονται υπερβολικά στον εαυτό τους. Ο Σύμβουλος δεν πρέπει να διστάζει να επαναλαμβάνει κάποια λόγια του, ειδικά όταν πρόκειται για πληροφορίες, που στην περίπτωση της λοίμωξης HIV είναι σημαντικότατες (WHO, 1994).

Έμφαση στα πιο σημαντικά θέματα. Συχνά οι άνθρωποι αποφεύγουν να εστιάσουν στο πραγματικό πρόβλημα. Ο Σύμβουλος πρέπει να τονίζει τα πιο κρίσιμης σημασίας θέματα. Για παράδειγμα: "Απ' όλα τα θέματα που μου μίλησες σήμερα, μου φαίνεται ότι σε απασχολεί περισσότερο..." (WHO, 1994). Συναφής είναι η έννοια της Εστίασης που αναφέρεται στην ικανότητα του Συμβούλου να εντοπίζει εκείνο το στοιχείο μέσα στα άλλα που αποτελεί το κέντρο της περίστασης (Δημητρόπουλος, 1999).
Σχεδιασμός δράσης. Οι Σύμβουλοι πρέπει να βοηθούν τους ενδιαφερόμενους να ξεχωρίσουν τις δυνατότητες δράσης που διαθέτουν, να καταστρώνουν ρεαλιστικά σχέδια και να δουλεύουν πάνω σε αυτά (WHO, 1994).

Συγκρότηση. Ο Σύμβουλος πρέπει να ξεχωρίζει ποια από τα προβλήματα, ή τις ανησυχίες του ενδιαφερόμενου χρήζουν άμεσης προσοχής και ποια μπορούν να εξετασθούν αργότερα. Πρόκειται για βασικό μέρος του σχεδιασμού και πιθανώς μια από τις πλέον κρίσιμες συμβουλευτικές δεξιότητες (WHO, 1994).

Παρακίνηση. Οι Σύμβουλοι πρέπει να προσπαθούν να παρακινούν τους πελάτες τους, ενθαρρύνοντας θετικά νέες συμπεριφορές. Εάν ο Σύμβουλος εξηγήσει ότι η αλλαγή συμπεριφοράς μπορεί να προστατεύσει τα αγαπημένα πρόσωπα του ενδιαφερομένου, μπορεί να του παρέχει ένα σημαντικό κίνητρο. Παρακίνηση αντλείται από την ύπαρξη μεγαλύτερης πιθανότητας κέρδους απ' ότι απώλειας (WHO, 1994).

Σύνοψη. Μοιάζει πολύ με την παράφραση ως προς το γεγονός ότι βοηθά τον Σύμβουλο και τον συμβουλευόμενο να βεβαιωθούν ότι καταλαβαίνουν ο ένας τον άλλο. Ο Σύμβουλος πρέπει να προβαίνει σε ανασκόπηση των πιο σημαντικών απ' όσα συζητήθηκαν και των αποφάσεων που ίσως πάρθηκαν (WHO, 1994).

Μέσα - Υλικά - Όργανα

Η εφαρμογή της Συμβουλευτικής στην πράξη, συχνά απαιτεί τη χρήση διαφόρων τεχνικών μέσων, υλικών και οργάνων. Ο Δημητρόπουλος (1999) διαχωρίζει τα μέσα και τα υλικά στις εξής ομάδες:

Γραπτά/Έντυπα. Μπορεί να είναι δακτυλογραφημένα (φόρμα Ιστορικού, διαγράμματα, πίνακες κ.α. έντυπα που συμπληρώνει ο Σύμβουλος κυρίως και γραπτά τεστ ή ερωτηματολόγια που κ.α. έντυπα που συμπληρώνει ο συμβουλευόμενος κυρίως καθώς και βιβλία, φυλλάδια κλπ.) ή χειρόγραφα, όπως είναι κυρίως οι σημειώσεις που κρατά ο Σύμβουλος.

Ακουστικά. Τηλέφωνα, συσκευές καταγραφής και αναπαραγωγής ήχου και άλλα σχετικά αναλώσιμα.
Οπτικά. Συσκευές καταγραφής και αναπαραγωγής εικόνας και άλλα σχετικά αναλώσιμα.

Οπτικοακουστικά. Συνδυασμός των δύο προηγουμένων.

Ηλεκτρονικά. Πρόκειται για ηλεκτρονικές συσκευές γραφείου (και όχι μόνο) καθώς και για τα μέσα που απαιτούν τη χρήση ηλεκτρονικού υπολογιστή και όλα τα σχετικά αναλώσιμα.
Συνδυασμός των παραπάνω ανάλογα με τις ανάγκες και τις δυνατότητες που υπάρχουν.

Διαδικασία

Όλα τα στοιχεία που συνιστούν τη μεθοδολογία παρέμβασης δεν χρησιμοποιούνται τυχαία, αλλά σύμφωνα με μια διαδικασία παρέμβασης η οποία διαμορφώνεται ανάλογα με τους συνδυασμούς των στοιχείων αυτών ώστε να είναι συστηματική και καλά οργανωμένη (Δημητρόπουλος, 1999).
Η διαδικασία της ατομικής συμβουλευτικής συνέντευξης παρουσιάστηκε αναλυτικά παραπάνω, ενώ η διαδικασία της Συμβουλευτικής στην περίπτωση της εξέτασης για ανίχνευση αντισωμάτων HIV, παρουσιάζεται σε ξεχωριστή ενότητα.
Σχετικά με την ομαδική Συμβουλευτική, ο Δημητρόπουλος (1999), αναφέρει τη διαδικασία τριών βαθμίδων:
α. της διερευνητικής φάσης, όπου γίνεται η γνωριμία των μελών και η διατύπωση των σκοπών και των επιδιώξεων της ομάδας,
β. της μεταβατικής φάσης, όπου ξεκινά η ανάπτυξη της ομάδας και η υλοποίηση των σκοπών της και
γ. της ενεργούς φάσης, όπου πραγματοποιείται η αλληλεπίδραση μεταξύ των μελών και η συνακόλουθη τροποποίηση της συμπεριφοράς.