AIDS AWARENESS PICTURE GALLERY

Κέντρα Ελέγχου και Αναφοράς AIDS

Χρονολογικά Στοιχεία για την Εξέλιξης της Επιδημίας

Συμβουλευτική για Λοίμωξη και Νόσο HIV

 

Συμβουλευτική για Πρόληψη

Μέτρα Πρόληψης

Η ταχύτατη εξάπλωση της λοίμωξης και νόσου HIV σε κάθε περιοχή της γης και σε κάθε πληθυσμιακή ομάδα, σε συνάρτηση με την έλλειψη αποτελεσματικού εμβολίου για πρόληψη της λοίμωξης ή για θεραπεία μετά τη λοίμωξη, επιβάλλουν την προληπτική αντιμετώπιση του προβλήματος ως κύριο μέσο προστασίας του πληθυσμού.

Η διαδικασία της πρόληψης μπορεί να περιλαμβάνει τα εξής:
α. Πρωτογενή πρόληψη του AIDS που αφορά στη συνεχή ενημέρωση όλων των κοινωνικών ομάδων σχετικά με την αιτιολογία, τους τρόπους μετάδοσης της λοίμωξης καθώς και τα μέτρα προφύλαξης.
β. Ενημέρωση και η εκπαίδευση, οι οποίες είναι σημαντικό να ξεκινούν από τη σχολική ηλικία με στόχο την αποφυγή επικίνδυνων ερωτικών συμπεριφορών, καθώς και την αποφυγή μελλοντικής εμπλοκής με ναρκωτικές ουσίες που επιτείνουν τον κίνδυνο μετάδοσης του HIV (Δαρδαβέσης, 1999).
γ. Μείωση των βιολογικών και ψυχοκοινωνικών επιπτώσεων της νόσου στους ασθενείς, στους φορείς το ιού, στο οικογενειακό τους περιβάλλον καθώς και στο κοινωνικό σύνολο (Δαρδαβέσης, 1999).

Θεωρούμε σκόπιμο να παρουσιάσουμε σε αδρές γραμμές κάποια από τα μέτρα που θεωρούνται τα πλέον σημαντικά στον τομέα τις πρόληψης της λοίμωξης και της μετάδοσής της.

Εκπαίδευση

Η εκπαίδευση για τους τρόπους μετάδοσης του ιού και για τους τρόπους με τους οποίους μπορεί να ελαττωθεί ή και να εξαφανιστεί η έκθεση σε αυτόν είναι το πιο σημαντικό μέσο περιορισμού της διασποράς του. Μια τέτοια εκπαίδευση μπορεί να βοηθήσει τα άτομα που η συμπεριφορά τους τα εκθέτει στον κίνδυνο της λοίμωξης.
Καθώς η σεξουαλική συμπεριφορά είναι θέμα προσωπικό η εκπαίδευση πρέπει να απευθύνεται σε όλο τον πληθυσμό, ώστε να έχουν πρόσβαση εκείνοι οι οποίοι βρίσκονται σε κίνδυνο. Οι έφηβοι και οι ενήλικες που μπαίνουν στην ηλικία της σεξουαλικής δραστηριότητας πρέπει να τυγχάνουν ιδιαίτερης προσοχής. Συγκεκριμένα, τα εκπαιδευτικά μηνύματα πρέπει να είναι κατανοητά, σαφή και ακριβή και να έχουν την απαιτούμενη ευαισθησία (ΠΟΥ, 1991β). Τα εκπαιδευτικά προγράμματα πρέπει να δίνουν πληροφορίες στα άτομα, οι οποίες τα βοηθούν να κατανοήσουν τις συνέπειες της λοίμωξης και με αυτό τον τρόπο να τα ωθήσουν να τροποποιήσουν τη σεξουαλική τους συμπεριφορά με στόχο την ελάττωση του κινδύνου της μόλυνσης (ΠΟΥ, 1991β).

Επιπλέον, μέρος αυτών των προγραμμάτων πρέπει να είναι και η εξάσκηση σε διαπροσωπικές δεξιότητες όπως συζητήσεις για σεξουαλικές πρακτικές, συζητήσεις με το σύντροφο για την αποφυγή κινδύνων κλπ. (ΠΟΥ, 1991β).

Επαγρύπνηση των Υπηρεσιών Δημόσιας Υγείας

Η εξέλιξη της επιδημίας συνήθως παρακολουθείται με την υποχρεωτική δήλωση των κρουσμάτων. Στην Ελλάδα η δήλωση γίνεται στη Διεύθυνση Δημόσιας Υγιεινής του Υπουργείου Υγείας από τον θεράποντα ιατρό, σε ειδικό επιδημιολογικό δελτίο με κώδικα. Το όνομα του ασθενούς δεν αναφέρεται. Αφού αξιολογηθούν από την Εθνική Επιτροπή AIDS τα κρούσματα, δηλώνονται στη συνέχεια στην Παγκόσμια Οργάνωση Υγείας (τα κέντρα αναφοράς AIDS αναφέρουν περιοδικά μόνο το συνολικό αριθμό των ανευρισκόμενων φορέων) (Παπαευαγγέλου, 1989).

Μαζική Παρέμβαση

Πρόκειται για το είδος εκείνο της παρέμβασης που απευθύνεται σε μεγάλο αριθμό αποδεκτών ή σε ανοιχτά ακροατήρια με σκοπό την ενημέρωση, την ευρεία συζήτηση, την ανακοίνωση ενημερωτικών στοιχείων κτλ. (Δημητρόπουλος, 1999). Όπως έχει ήδη ειπωθεί, η ενημέρωση του πληθυσμού για τη φύση της νόσου, τους τρόπους μετάδοσής της, τα μέσα προφυλάξεως και τις κοινωνικές και οικονομικές επιπτώσεις του προβλήματος αποτελεί το σημαντικότερο μέτρο αντιμετώπισης της πανδημίας.

Η ενημέρωση, γενικότερα, έχει σαν στόχο την τροποποίηση των μορφών συμπεριφοράς που εκθέτουν το άτομο στη λοίμωξη και παράλληλα στην αποτροπή του πανικού ή λανθασμένης συμπεριφοράς προς τους ασθενείς και τους φορείς. Μια ενημερωτική εκστρατεία, θα πρέπει λοιπόν να απευθύνεται σε ολόκληρο τον πληθυσμό ενώ θα ήταν αποτελεσματικότερο να εξειδικευθεί για κάθε ειδική ομάδα "υψηλού κινδύνου". Ειδική ενημέρωση χρειάζονται επίσης οι ταξιδιώτες από χώρες όπου η νόσος θεωρείται ενδημική, οι ναυτικοί καθώς και οι κάτοικοι των τουριστικών περιοχών. Πρέπει να εκπαιδευτεί σωστά τέλος και το υγειονομικό προσωπικό της χώρας ώστε να εξαλειφθούν φαινόμενα αδικαιολόγητου πανικού και λανθασμένης συμπεριφοράς απέναντι σε άτομα με λοίμωξη και νόσο HIV (Παπαευαγγέλου, 1989).

Μια ενημερωτική εκστρατεία πρέπει να οργανώνεται σε διάφορα επίπεδα και να αξιοποιεί διάφορα μέσα. Ακόμη, πρέπει να επαναλαμβάνεται και να εναλλάσσει τα μηνύματά της προκειμένου να συμβάλλει στην τροποποίηση της επικίνδυνης συμπεριφοράς. Κάποια από τα μέσα που χρησιμοποιούνται είναι τα εξής:
α. Ενημερωτικές διαφάνειες και φυλλάδια. Υπάρχουν φυλλάδια που απευθύνονται στο γενικό πληθυσμό καθώς επίσης και ειδικά φυλλάδια που έχουν δημιουργηθεί για στρατιώτες, ναυτικούς, καθηγητές μέσης εκπαίδευσης, τοξικομανείς, ομοφυλόφιλους, νοσηλευτές ή άτομα που φροντίζουν ασθενείς ή φορείς του HIV.
β. Μέσα μαζικής ενημέρωσης. Τα Μ.Μ.Ε συμβάλλουν καθοριστικά στη μετάδοση μηνυμάτων. Προγράμματα στην τηλεόραση και το ραδιόφωνο καθώς και διαφημιστικά (spots ή video) μπορούν να συμβάλλουν στη διαμόρφωση ή τροποποίηση μιας συμπεριφοράς.
γ. Αφίσες. Η επικόλληση αφισών σε κατάλληλους χώρους συμβάλλει στην υγειονομική διαφώτιση.
δ. Σεμινάρια και διαλέξεις. Η οργάνωση σεμιναρίων και διαλέξεων μπορεί να συμβάλλει ουσιαστικά στην τροποποίηση μιας επικίνδυνης συμπεριφοράς. Επιπλέον, στελέχη υγειονομικών υπηρεσιών, κοινωνικοί λειτουργοί, ψυχολόγοι ακόμη και εθελοντές μπορεί να χρησιμοποιηθούν -αφού ειδικευτούν- προκειμένου να ενημερώνουν προσωπικά άτομα που αναζητούν πληροφορίες σχετικά με το θέμα
ε. Έρευνα. Από τη στιγμή της εμφάνισης του ιού έως σήμερα έχουν διεξαχθεί πάρα πολλές έρευνες. Σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα, ανακαλύφθηκε ο υπεύθυνος αιτιολογικός παράγοντας ενώ διερευνήθηκε με κάθε λεπτομέρεια η μοριακή βιολογία του ιού. Παράλληλα, άρχισε η δημιουργία ειδικών αντιϊικών φαρμάκων (Παπαευαγγέλου, 1989).

Για να διερευνήσει τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνονται οι νέοι (18-30 ετών) την ασφαλή σεξουαλική συμπεριφορά καθώς και οι τρόποι προφύλαξής τους από τον HIV, η Ιωαννίδη-Καπόλου πραγματοποίησε έρευνα που σαν στόχο είχε να δώσει απαντήσεις σε ερωτήματα σχετικά με το πώς βιώνουν οι νέοι τον κίνδυνο τους AIDS, ποιες προφυλάξεις παίρνουν και ποια θεωρούν ασφαλή σεξουαλική συμπεριφορά. Το δείγμα επιλέχθηκε ανάμεσα σε νεαρά άτομα, εντελώς τυχαία, χωρίς να προηγηθούν ειδικές δειγματοληπτικές, εξαιτίας του γεγονότος ότι η έρευνα αυτή στόχευε σε επαλήθευση παλαιότερης έρευνας. Η βασική ερώτηση που έγινε προσπάθεια να απαντηθεί στη συγκεκριμένη έρευνα ήταν ποιες είναι οι κοινωνικές αναπαραστάσεις των νέων για τη σεξουαλική συμπεριφορά που καθορίζουν και τα μέτρα προφύλαξης που υιοθετούν για την αντιμετώπιση του AIDS (Ιωαννίδη-Καπόλου, 1997). Η έρευνα στηρίχτηκε στη θεωρία των κοινωνικών αναπαραστάσεων την οποία θεμελίωσε και ανέπτυξε ο Serge Moscovici και σύμφωνα με την οποία "οι κοινωνικές ψυχολογικές, πολιτισμικές, συμβολικές αλλά και φαντασιακές διαστάσεις που παρεμβαίνουν και καθορίζουν τη στάση και τη συμπεριφορά των ατόμων απέναντι σε ένα γνωστικό αντικείμενο, στη συγκεκριμένη περίπτωση το AIDS, συμπεριλαμβάνονται στον όρο αναπαράσταση" (Ιωαννίδη-Καπόλου, 1997). Στόχος λοιπόν της έρευνας ήταν η αποτύπωση των απόψεων των στάσεων και της σεξουαλικής συμπεριφοράς σχετικά με την αντιμετώπιση του AIDS και διερευνώντας τις κοινωνικές αναπαραστάσεις τους μέσα από νέες μεθοδολογικές προσεγγίσεις.

Σύμφωνα με τα αποτελέσματα που προέκυψαν, οι νέοι εμφανίστηκαν αρκετά ενημερωμένοι ως προς την ασθένεια και τους τρόπους μετάδοσής της. Το AIDS αναγνωρίζεται ως ασθένεια του ανοσοποιητικού συστήματος το οποίο μεταδίδεται κυρίως με τη σεξουαλική επαφή. Οι νέοι πιστεύουν ότι οι ομάδες των ομοφυλόφιλων και τοξικομανών κινδυνεύουν περισσότερο να μολυνθούν από τον ιό, σε σύγκριση με άλλες πληθυσμιακές ομάδες. Στην Ελλάδα όμως, η ομάδα με τα περισσότερα κρούσματα μετά τους ομοφυλόφιλους είναι οι ετεροφυλόφιλοι. Παρ' όλα αυτά, ενώ οι νέοι έχουν κατανοήσει ότι χρειάζεται να αλλάξουν τη σεξουαλική τους συμπεριφορά προκειμένου να αποφύγουν το AIDS, εμφανίζονται συγχυσμένοι σχετικά με τους τρόπους προφύλαξης και τις αλλαγές της συμπεριφοράς τους. Έτσι απαντούν με γενικεύσεις και δηλώνουν ότι λαμβάνουν "κάποια μέτρα προφύλαξης" χωρίς να αναφέρουν συγκεκριμένες μεθόδους προφύλαξης. Σύγχυση όμως επικρατεί και στον τρόπο με τον οποίο οι νέοι επιλέγουν σύντροφο, πράγμα που είναι σημαντικό, αφού η λοίμωξη HIV μπορεί να υπάρχει χωρίς όμως να διακρίνονται τα συμπτώματα του ατόμου που έχει μολυνθεί όσο διάστημα είναι φορέας. Έτσι λοιπόν, αφενός οι νέοι θεωρούν ότι επιλέγουν προσεκτικά το σύντροφό τους και αισθάνονται ασφαλείς και αφετέρου όταν ρωτήθηκαν σχετικά με τα κριτήρια με τα οποία επιλέγουν, οι περισσότεροι ανέφεραν την "ομορφιά".

Αποδείχθηκε επίσης ότι οι νέοι της έρευνας δεν προφυλάσσονται σωστά για να αποφύγουν μια πιθανή μόλυνση από τον HIV. Η κοινωνική αναπαράσταση εμπεριέχει την έννοια του κινδύνου και της σωστής προφύλαξης σε θεωρητικό όμως επίπεδο. Όταν μετατρέπεται σε συμπεριφορά, η σύγχυση που επικρατεί για τους τρόπους προφύλαξης δεν βοηθάει στην σωστή αντιμετώπιση του AIDS. Ακόμη, σύμφωνα με τα ευρήματα της συγκεκριμένης έρευνας, μια μερίδα νέων θεωρούν ότι δεν κινδυνεύουν επειδή έχουν "μόνιμες" σχέσεις -που διαρκούν κάποιο χρονικό διάστημα- και πιστεύουν ότι μπορούν να καταλάβουν πότε κινδυνεύουν και να λάβουν έγκαιρα τα μέτρα τους (Ιωαννίδη-Καπόλου, 1997). Φαίνεται λοιπόν ότι ο φόβος για την ασθένεια και η ανάγκη τροποποίησης της σεξουαλικής συμπεριφοράς δεν αποτελούν επαρκή στοιχεία για να συμβάλλουν στην υιοθέτηση μέτρων σωστής προφύλαξης. Είναι εμφανές λοιπόν ότι η γνώση και η στάση των νέων για το AIDS και τους τρόπους προφύλαξης σε σχέση και με τη σεξουαλική τους συμπεριφορά, δεν τους έχει ωθήσει στην τροποποίηση τη συμπεριφορά τους ούτε στην υιοθέτηση μίας ασφαλέστερης σεξουαλικής συμπεριφοράς (Ιωαννίδη-Καπόλου, 1997).

Συμπερασματικά μπορεί να ειπωθεί ότι το όλο πρόβλημα της πρόληψης έγκειται στο γεγονός ότι τα μέσα πρόληψης του AIDS πρέπει να βασιστούν στην υπευθυνότητα του ατόμου -παράγοντας εντελώς υποκειμενικός- ο οποίος εκδηλώνεται με διάφορους τρόπους. Ακόμη και σήμερα, το AIDS εναπόκειται στη γνώση και τις πρακτικές οι οποίες αφορούν σε ένα μικρό τμήμα της κοινωνίας. Το ευρύ κοινό αρνείται να αντιμετωπίσει το θέμα στις αληθινές του διαστάσεις και υπό αυτή την έννοια, η πρόληψη παρεμποδίζεται.
Τα παραπάνω συμπεράσματα δεν φαίνεται να ισχύουν όμως και για τους σπουδαστές της Σχολής Επιστημών Υγείας και Πρόνοιας του ΤΕΙ Θεσσαλονίκης. Σε μια έρευνα που πραγματοποιήθηκε από το Δαρδα βέση και συνεργάτες του (Δαρδαβέσης κ.α., 1997) με σκοπό την καταγραφή και αξιολόγηση των στάσεων και της συμπεριφοράς των σπουδαστών του συγκεκριμένου ΤΕΙ -δεδομένης της υπεύθυνης θέσης και του ρόλου των νοσηλευτικών και των παρασκευαστών στο Σύστημα Υγείας- διαπιστώθηκε ότι το AIDS είχε σαφή επίδραση στη διαμόρφωση των στάσεων και της συμπεριφοράς των συγκεκριμένων σπουδαστών (το δείγμα αποτελούσαν σπουδαστές του τμήματος Ιατρικών Εργαστηρίων και Νοσηλευτικής του ΤΕΙ Θεσσαλονίκης. Η επίδραση αυτή σε επίπεδο σεξουαλικής συμπεριφοράς εμφανίζεται με την επιδίωξη σύναψης σταθερών ερωτικών σχέσεων και έπειτα από προσεκτική επιλογή του συντρόφου σε συνδυασμό με την αυξημένη συχνότητα χρήσης προφυλακτικών.

Σε επίπεδο άσκησης του επαγγέλματος, η επίδραση της λοίμωξης και νόσου HIV στη διαμόρφωση ή τροποποίηση των στάσεων και της συμπεριφοράς σχετίζεται με τον προσεκτικό χειρισμό χρησιμοποιημένων αιχμηρών αντικειμένων και την αποδοχή της φροντίδας και νοσηλείας φορέων και ασθενών από την πλειοψηφία των σπουδαστών. Η θετική εικόνα των αποτελεσμάτων της έρευνας μπορεί να οφείλεται στο εκπαιδευτικό πρόγραμμα της Σχολής επιστημών Υγείας και Πρόνοιας του ΤΕΙ (ενώ, δεν πρέπει να υποτιμηθεί και το γεγονός ότι έστω και ένα μικρό ποσοστό, είχε αρνητική στάση και αναστολές).