AIDS AWARENESS PICTURE GALLERY

Κέντρα Ελέγχου και Αναφοράς AIDS

Χρονολογικά Στοιχεία για την Εξέλιξης της Επιδημίας

Συμβουλευτική για Λοίμωξη και Νόσο HIV

 

Συμβουλευτική Σχετικά με την Εξέταση για Ανίχνευση του HIV

Η Συμβουλευτική Συνέντευξη Μετά την Εξέταση

Έννοια και Σημασία

Η συμβουλευτική συνέντευξη μετά τη διενέργεια της εξέτασης για την ανίχνευση του HIV, είναι ένας διάλογος μεταξύ του ενδιαφερομένου ατόμου και του Συμβούλου ή του επαγγελματία παροχής φροντίδας, ο οποίος στοχεύει στη συζήτηση των αποτελεσμάτων αλλά και στην παροχή κατάλληλης πληροφόρησης, υποστήριξης και ενθάρρυνσης για μείωση της επικίνδυνης συμπεριφοράς (WHO,1994).

Η συμβουλευτική συνέντευξη μετά τη διενέργεια της εξέτασης για την ανίχνευση του HIV, αποτελεί την έναρξη μιας διαδικασίας η οποία ξεκινά με την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων και μπορεί να συνεχιστεί σε πολλές συναντήσεις προκειμένου ο συμβουλευόμενος να μπορέσει να διαχειριστεί τη διάγνωση αλλά και να σχεδιάσει τη ζωή του με βάση αυτό το καινούριο δεδομένο, τόσο στην περίπτωση ενός θετικού αποτελέσματος όσο και στην περίπτωση ενός αρνητικού (WHO, 1994).

Η συμβουλευτική συνέντευξη μετά την εξέταση, παρότι είναι ξεχωριστή από τη συνέντευξη που προηγήθηκε της εξέτασης, δεν παύει να είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με αυτή. Ο τρόπος με τον οποίο τα αποτελέσματα της εξέτασης θα ανακοινωθούν στο άτομο και ο τρόπος με τον οποίο το άτομο θα αντιμετωπίσει τα αποτελέσματα εξαρτάται από τον τρόπο με τον οποίο έχει προετοιμασθεί κατά τη διάρκεια της συνέντευξης που προηγήθηκε (Miller & Bor, 1991).

Τα αποτελέσματα δεν θα πρέπει ποτέ να ανακοινώνονται εάν δεν υπάρχει αρκετός χρόνος ώστε ο ενδιαφερόμενος να μπορεί να συζητήσει τα θέματα που τον απασχολούν σχετικά με αυτά. Στην περίπτωση θετικών αποτελεσμάτων, είναι συχνή η εμφάνιση αυτοκτονικών διαθέσεων στους ασθενείς, ιδιαίτερα όταν δεν έχουν την ευκαιρία να συζητήσου με κάποιον για το νόημα και τις επιπλοκές των αποτελεσμάτων. Είναι προτιμότερο να ανακοινώνονται τα αποτελέσματα στο ξεκίνημα της εβδομάδας καθώς περισσότερο προσωπικό είναι διαθέσιμο να προσφέρει υποστήριξη και περαιτέρω πληροφόρηση μέσα στις επόμενες μέρες (Miller & Bor, 1991). Πρέπει να έχουμε υπόψη μας ότι όλοι σχεδόν οι άνθρωποι αισθάνονται έντονο άγχος αναμένοντας τα αποτελέσματα. Όταν δε αυτά είναι θετικά, τότε τα άτομα έχουν ακόμα μεγαλύτερο άγχος και υφίστανται σοκ. Υπό αυτές τις συνθήκες συνήθως είναι αδύνατον για το άτομο να αφομοιώσει πληροφορίες. Γι αυτό, κάποια θέματα που ο Σύμβουλος θεωρεί σημαντικά, θα πρέπει να επαναλαμβάνονται συχνά κατά τη διάρκεια της συνέντευξης. Όταν το άτομο βρίσκεται σε κατάσταση σοκ, ο χειρισμός του Συμβούλου πρέπει να είναι ιδιαίτερος. Μέσα από τη μέθοδο της υποβολής ερωτήσεων ο ενδιαφερόμενος αποκτά πιο ενεργό ρόλο στα πλαίσια της συνέντευξης και αρχίζει να συνέρχεται από το σοκ. Έτσι, το άτομο δεν χάνεται σε σκέψεις ενόσω ο Σύμβουλος προχωρεί σε μακρές εξηγήσεις (Miller & Bor, 1991).

Αντικείμενο

Η Συμβουλευτική μετά τη διενέργεια της εξέτασης αποσκοπεί στην ανακοίνωση των αποτελεσμάτων που λαμβάνει χώρα κατά την έναρξη της συνέντευξης. Η φύση των αποτελεσμάτων και η αντίδραση του ατόμου σε αυτά είναι καθοριστικοί παράγοντες για την περαιτέρω πορεία και εξέλιξη της διαδικασίας.
Η Συμβουλευτική μετά την εξέταση περιλαμβάνει την προσπάθεια του Συμβούλου να βοηθήσει το συμβουλευόμενο να κατανοήσει τα αποτελέσματα της εξέτασης και τις ψυχολογικές αντιδράσεις του σε αυτά, καθώς και να προωθήσει αλλαγές στη συμπεριφορά και τη συνειδητοποίηση της ανάγκης για μεταπαρακολούθηση και φροντίδα (CMA, 2000).

Κατάλογος Θεμάτων για το Σύμβουλο

Ο Σύμβουλος θα πρέπει πρωτίστως να ανακοινώσει κατά την έναρξη κιόλας της συνέντευξης τα αποτελέσματα της εξέτασης και να ενθαρρύνει το άτομο να εκφράσει συναισθήματα και αντιδράσεις (Miller & Bor, 1991). Τα θέματα που θα απασχολήσουν το Σύμβουλο είναι αυτονόητο ότι εξαρτώνται από τα αποτελέσματα.

Ειδικότερα:

Όταν το Αποτέλεσμα είναι Θετικό

α. Να βεβαιωθεί ότι το άτομο κατανοεί τη σημασία του θετικού αποτελέσματος (WHO, 1994).
β. Να κάνει εκτίμηση των ψυχολογικών αντιδράσεων του ατόμου στο γεγονός ότι είναι οροθετικό στον ιό (Miller & Bor, 1991, WHO, 1994, CMA, 2000).
γ. Να καταστρώσει ένα σχέδιο για το πώς θα καταφέρει το άτομο να αντεπεξέλθει στις ψυχολογικές αντιδράσεις που ακολουθούν μια τέτοια διαπίστωση (WHO, 1994, CMA, 2000).
δ. Να φροντίσει να υπάρξει πρόσθετη ψυχολογική και κοινωνική υποστήριξη όπου χρειάζεται (CMA, 2000).
ε. Να διαβεβαιώσει το άτομο ότι είναι ασφαλές και ότι η ζωή του δεν διατρέχει άμεσο κίνδυνο (CMA, 2000).
στ. Να φροντίσει το θέμα της ιατρικής παρακολούθησης του ατόμου, εάν φυσικά κάτι τέτοιο είναι στο πλαίσιο του ρόλου του. Εάν όχι, να πείσει το άτομο για την ανάγκη να δείξει συνέπεια τόσο στην ιατρική, όσο και στη συμβουλευτική μετα-παρακολούθηση (Miller & Bor, 1991, WHO, 1994, CMA, 2000).
ζ. Εφόσον είναι δυνατόν, να υπενθυμίσει τους τρόπους μετάδοσης του ιού και τις στρατηγικές μείωσης του κινδύνου,
η. Να καταστήσει σαφή την ανάγκη ενημέρωσης του σεξουαλικού συντρόφου (CMA, 2000).
θ. Να αναλάβει ο ίδιος τη Συμβουλευτική του συντρόφου του ενδιαφερομένου (WHO, 1994).
ι. Να επικεντρώσει την παρέμβασή του στα θέματα εκείνα που έχουν τη μεγαλύτερη βαρύτητα καθώς αποτελούν τα κύρια σημεία της αναστάτωσης του ατόμου και χρήζουν προσοχής επειγόντως (Miller & Bor, 1991).

Συγκεκριμένα:
α. Να συζητήσει σε ποιόν θα μιλήσει ο ενδιαφερόμενος για τα αποτελέσματα
β. Να συζητήσει τι θα πει ο ενδιαφερόμενος στους άλλους.
γ. Να συζητήσει πότε ο ενδιαφερόμενος θα το πει στους άλλους.
δ. Να συζητήσει πως ο ενδιαφερόμενος θα το πει στους άλλους
ε. Να συζητήσει τι θα κάνει ο ενδιαφερόμενος τις επόμενες ώρες και μέρες.
στ. Να διαπιστώσει τι είδους δυσκολίες πρόκειται να αντιμετωπίσει το άτομο και πως μπορεί να τις αντιμετωπίσει.
ζ. Να βοηθήσει το άτομο να σκεφθεί αν υπάρχει κάποιος άλλος (και ποιος είναι κατάλληλος) να του συμπαρασταθεί.
η. Να ενθαρρύνει τον ενδιαφερόμενο να του κάνει ερωτήσεις.
θ. Να συζητήσει για τις συμπεριφορές που προάγουν τη διατήρηση της καλής υγείας όπως το ασφαλές σεξ, η καλή διατροφή, ο ύπνος, η σωματική άσκηση κλπ.
ι. Να διαβεβαιώσει το άτομο ότι το σοκ, ο θυμός ή η δυσπιστία αποτελούν κοινές αντιδράσεις.
ια. Να δώσει πληροφορίες για τους τοπικούς φορείς που παρέχουν υποστήριξη.
ιβ. Πάντα να προσφέρει την ευκαιρία μιας νέας συνάντησης.

Όταν το Αποτέλεσμα είναι Αρνητικό

Η περίπτωση ενός αρνητικού αποτελέσματος είναι μια πολύ καλή ευκαιρία για προληπτική Συμβουλευτική (De Bruyn, 1996). Είναι σημαντικό να συζητηθεί η σημασία ενός αρνητικού αποτελέσματος. Η ανακοίνωση ενός αρνητικού αποτελέσματος ίσως δημιουργήσει συναισθήματα ανακούφισης και χαράς. Εν τούτοις, ο Σύμβουλος πρέπει:
α. Να λάβει υπόψη του την περίοδο παραθύρου, κατά την οποία το αρνητικό αποτέλεσμα δεν μπορεί να θεωρηθεί αξιόπιστο και να συζητήσει αν υπάρχει ανάγκη για επανάληψη της εξέτασης (Miller & Bor, 1991, ΠΟΥ, 1991α, WHO, 1994, CMA, 2000).
β. Να κάνει μια σύντομη ανασκόπηση των τρόπων μετάδοσης του ιού (CMA, 2000).
γ. Να κάνει μια ανασκόπηση των συμπεριφορών που ενέχουν κίνδυνο μόλυνσης (WHO, 1994, CMA, 2000), να εκτιμήσει τη δέσμευση του ατόμου να ακολουθήσει στρατηγικές μείωσης του κινδύνου προσβολής ή μετάδοσης (CMA, 2000) και να φροντίσει να ενισχύσει τις στρατηγικές αυτές (Miller & Bor, 1991).
δ. Να προωθήσει την ανάπτυξη θετικής συμπεριφοράς υγείας. Ο Σύμβουλος πρέπει να κάνει εξάσκηση μαζί με τον συμβουλευόμενο σε μεθόδους διατήρησης και προώθησης της καινούριας συμπεριφοράς και σε άλλους (ΠΟΥ, 1991α, WHO, 1994).

Όταν το Αποτέλεσμα είναι Αβέβαιο

Στην περίπτωση ενός αβέβαιου αποτελέσματος, προκύπτουν τα ίδια θέματα που προκύπτουν και στην περίπτωση ενός αρνητικού (CMA, 2000). Επιπρόσθετα, ο Σύμβουλος θα πρέπει:
α. Να εξηγήσει στο άτομο θέματα που αφορούν στους διαφόρους τύπους εξετάσεων και στην έννοια του αβέβαιου αποτελέσματος.
β. Να υποστηρίξει τον ενδιαφερόμενο, ο οποίος ίσως παρουσιάσει ψυχολογικές δυσκολίες εξαιτίας της αβεβαιότητας.
γ. Να προβεί σε παραπομπή, εάν διαπιστώσει μια τέτοια ανάγκη. (WHO, 1994).

Ανακοίνωση των Αποτελεσμάτων

Τα αποτελέσματα της εξέτασης πρέπει να ανακοινώνονται στον ίδιο τον ενδιαφερόμενο, στην αρχή της συνεδρίας, με τρόπο ευθύ. Το πιο πιθανό είναι ότι το άτομο έχει ανησυχήσει για τα αποτελέσματα και είναι τόσο ανυπόμονο να τα πληροφορηθεί, όσο και φοβισμένο: Όταν ο ενδιαφερόμενος είναι παιδί και δεν είναι δυνατόν να κατανοήσει το νόημα των αποτελεσμάτων, θα πρέπει αυτά να ανακοινώνονται πρώτα στους κηδεμόνες του. Η ανακοίνωση των αποτελεσμάτων σε ένα παιδί είναι μια πολύπλοκη διαδικασία και πρέπει να γίνεται από κάποιο Σύμβουλο ειδικευμένο σε αυτόν τον τομέα (CMA, 2000).

Εκτίμηση της Κατανόησης των Αποτελεσμάτων

Όταν το Αποτέλεσμα είναι Θετικό

Η αντίδραση του ατόμου στην αναγγελία λοίμωξης HIV εξαρτάται:
α. Από την κατάσταση της υγείας του. Άτομα που πάσχουν από κάποια ασθένεια ίσως αντιδράσουν καθυστερημένα.
β. Από το βαθμό προετοιμασίας του για μια τέτοια είδηση. Πάντως, όσο προετοιμασμένος και να είναι κάποιος, δεν αποκλείεται να παρουσιάσει διάφορες ψυχοκοινωνικές δυσκολίες.
γ. Από το δίκτυο υποστήριξης που διαθέτει και τη γενικότερη κοινωνικοοικονομική του κατάσταση. Οπωσδήποτε αναμένεται να είναι σε πολύ πιο δύσκολη κατάσταση τα άτομα που είναι απομονωμένα και φτωχά.
δ. Από την προσωπικότητα και την ψυχική του κατάσταση πριν την εξέταση. Το ψυχολογικό ή και ψυχιατρικό ιστορικό πρέπει να λαμβάνεται σοβαρά υπόψη.
ε. Από τις πολιτιστικές και πνευματικές αξίες που συνδέονται με την ασθένεια και την υγεία, τη ζωή και το θάνατο και βέβαια με το AIDS (ΠΟΥ, 1991α).

Μετά την ανακοίνωση ενός θετικού αποτελέσματος, το άτομο, συνήθως, δεν είναι σε θέση να αφομοιώσει περισσότερες πληροφορίες. Η Canadian Medical Association (CMA, 2000) υποδεικνύει ότι έπειτα από αρκετές συναντήσεις, ο Σύμβουλος θα πρέπει:
α. Να διαβεβαιώσει το άτομο ότι μπορεί να παραμείνει υγιές και παραγωγικό για ένα μεγάλο διάστημα
β. Να δώσει έμφαση στη σημασία της ιατρικής μεταπαρακολούθησης.
γ. Να παραπέμψει το άτομο σε άλλους ειδικούς, όταν χρειάζεται.
δ. Να προωθήσει θέματα υγείας του ατόμου
ε. Να βοηθήσει το άτομο να μειώσει το άγχος.
στ. Να ενημερώσει το άτομο για τις συνέπειες της μετάδοσης σε άλλα άτομα.
ζ. Να φέρει το άτομο σε επαφή με υπηρεσίες ψυχολογικής και κοινωνικής υποστήριξης.
η. Να ενθαρρύνει το άτομο να ενημερώνεται μόνο του για τη θεραπεία και φροντίδα για τη λοίμωξη.

Όταν το Αποτέλεσμα είναι Αρνητικό

Τα άτομα που εξετάζονται για HIV και παίρνουν αρνητικό αποτέλεσμα είναι πιθανό να εκφράσουν διάφορα συναισθήματα όπως: ανακούφιση, έκπληξη, δυσπιστία, παντοδυναμία και ενοχή. Η Συμβουλευτική πρέπει να είναι δομημένη ώστε να βοηθά το άτομο να τροποποιήσει τη συμπεριφορά του προκειμένου να αποφύγει ή να μειώσει τον κίνδυνο έκθεσης στον HIV στο μέλλον (CMA, 2000).

Όταν το Αποτέλεσμα είναι Αβέβαιο

Για τα άτομα που το αποτέλεσμα της εξέτασής τους είναι αβέβαιο, προμηνύεται μια περίοδος άγχους και αβεβαιότητας. Η πραγματική κατάσταση του οργανισμού, μπορεί να χρειαστεί αρκετούς μήνες για να εξακριβωθεί. Σε όλο αυτό το διάστημα τα άτομα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα πρόσβασης σε υπηρεσίες Συμβουλευτικής ώστε να τους παρέχεται η κατάλληλη υποστήριξη (CMA, 2000). Από την αβεβαιότητα της περιόδου αναμονής είναι πιθανό να προκύψουν οξυμένες και σοβαρές ψυχοκοινωνικές δυσκολίες (ΠΟΥ, 1991α). Ο Σύμβουλος πρέπει να εκτιμήσει και να χειριστεί τέτοιες επιπλοκές, ακόμα και αν χρειαστεί να παραπέμψει το άτομο σε κάποιον άλλο ειδικό.

Παροχή Πληροφόρησης για τις Δυνατότητες Υποστήριξης

Υπάρχουν περιπτώσεις όπου, στο πλαίσιο της προσέγγισης κάποιου συγκεκριμένου ζητήματος και της συμβουλευτικής σχέσης γενικότερα, είναι χρήσιμο ο ενδιαφερόμενος να αποκτήσει ορισμένες πληροφορίες επί του θέματος. Ο Σύμβουλος μπορεί να προβεί στην παροχή πληροφόρησης είτε επειδή αυτό αποτελεί αίτημα του ενδιαφερομένου είτε επειδή ο ίδιος κρίνει ότι κάτι τέτοιο είναι απαραίτητο. Έτσι ο Σύμβουλος αποφασίζει να αξιοποιήσει την πληροφόρηση για τους σκοπούς της παρέμβασης και τη διευκόλυνση της υλοποίησης των στόχων της συμβουλευτικής διαδικασίας (Δημητρόπουλος, 1999).

Με την εμφάνιση της λοίμωξης HIV προκύπτουν -όπως έχουμε δει στην ενότητα Διαστάσεις και Επιπτώσεις- ποικίλες ιατρικές ψυχοκοινωνικές και οικονομικές ανάγκες του προσβεβλημένου ατόμου. Η ύπαρξη αυτών των αναγκών επιβάλλει την παροχή πληροφόρησης. Η πληροφόρηση μπορεί να είναι σχετική με τις υπάρχουσες δυνατότητες υποστήριξης, τις ομάδες αυτοβοήθειας, τους κοινοτικούς πόρους και τη διαθέσιμη ιατρική υποστήριξη. Μπορεί επίσης να είναι σχετική με τις αλλαγές του τρόπου ζωής που είναι απαραίτητες για την ικανοποιητική κάλυψη των αναγκών που προαναφέραμε. Η προβολή ασφαλέστερων τρόπων συνουσίας ή αποφυγής εγκυμοσύνης, για παράδειγμα, πρέπει να συνοδεύεται από πληροφορίες για το που μπορεί κάποιος να προμηθευτεί προφυλακτικά ή αντισυλληπτικά (ΠΟΥ, 1991α).

Παροχή Υποστήριξης και Μεταπαρακολούθηση

Τα αποτελέσματα της εξέτασης (θετικά ή αρνητικά) πρέπει να ανακοινώνονται στον ίδιο τον ενδιαφερόμενο σε μια ατομική συνέντευξη. Η ανακοίνωση των αποτελεσμάτων μέσω τηλεφώνου, ακόμα και όταν είναι αρνητικά, είναι απαράδεκτη. Σε μια τέτοια περίπτωση, υπάρχει ο κίνδυνος να ανακοινωθούν τα αποτελέσματα σε κάποιο άλλο άτομο και όχι στον άμεσα ενδιαφερόμενο (CMA, 2000). Η ανακοίνωση των αποτελεσμάτων πρόσωπο με πρόσωπο, επιτρέπει την καλύτερη εκτίμηση της αντίδρασης του ενδιαφερομένου και την επιλογή της κατάλληλης συμβουλευτικής προσέγγισης. Ο ενδιαφερόμενος πρέπει να ενθαρρύνεται να έρθει σε επαφή με κάποιο γιατρό, με άλλες υπηρεσίες και οργανισμούς και με ομάδες υποστήριξης, στην περίπτωση που διακατέχεται από άγχος, στο διάστημα που μεσολαβεί από τη λήψη του αίματος, μέχρι την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων (ΠΟΥ, 1991α).